Ο «κόκκινος» ΣΥΡΙΖΑ έχει χάσει το χρώμα του. Ισως το μόνο που έχει απομείνει «κόκκινο» από την ηρωική εποχή του συνθήματος «Κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη» είναι τα «κόκκινα» δάνεια. Πιο… κόκκινα δεν γίνονται, μετά μάλιστα και τα γεγονότα που οδήγησαν στα capital controls. Ωστόσο, και αυτό είναι ενδεικτικό της γενικότερης αφασίας που επικρατεί στην κοινωνία, κανείς δεν κοκκινίζει από ντροπή. Οχι τόσο γι’ αυτά που έλεγαν πριν, αλλά γι’ αυτά που κάνουν μετά. Και φυσικά εδώ ισχύει απολύτως το «ουδείς αναμάρτητος». Διότι ναι μεν οι κυβερνώντες έβαλαν… φωτιά στα κόκκινα, ξεπερνώντας τις περίφημες «κόκκινες γραμμές» με τις οποίες ξεγέλασαν τους ψηφοφόρους, αλλά και αυτοί που σιγοτραγουδούν «Κάντε υπομονή κι ο ουρανός θα γίνει πιο γαλανός» έχουν πολλά «κοκκινάδια» στις φορεσιές τους.

Εν προκειμένω όμως το θέμα δεν είναι αυτοί, αλλά η κυβέρνηση της… λαϊκής κατοικίας. Αν ήθελαν, θα είχαν επαναφέρει το προηγούμενο νομικό πλαίσιο οριζόντιας προστασίας για την πρώτη κατοικία. Πρωτίστως θα είχαν προχωρήσει σε γραπτή και όχι βέβαια προφορική συμφωνία με τους τραπεζίτες. Τώρα, παρά τις διαβεβαιώσεις, είναι όλα στον αέρα, αφού η μόνη γραπτή δέσμευση είναι με τους «θεσμούς» και αφορά τον πλειστηριασμό συγκεκριμένου αριθμού κατοικιών κάθε μήνα την επόμενη τριετία. Τα περί «λαϊκής» κατοικίας που δεν πλήττεται, απλώς πλήττουν τη νοημοσύνη του κόσμου που τα ακούει.

Ωραίο το αφήγημα, αλλά πόσο… Κοντονή ν’ αντέξει κανείς όταν ακούει: «Εδώ είχαμε οφειλή 1.500.000 ευρώ και μάλιστα από δημοσιογραφικές πληροφορίες, δεν το ήξερα εγώ, διαπίστωσα ότι ο εμπλεκόμενος με αυτό το ακίνητο είναι εμπλεκόμενος σε σοβαρή υπόθεση του Χρηματιστηρίου. Είναι όλοι αυτοί οι οποίοι βγάλανε τα χρήματα τους στο εξωτερικό και τώρα κάποιοι τους προστατεύουν. Ο Λαφαζάνης και η κομπανία είχαν στηθεί έξω από το γραφείο του συμβολαιογράφου χθες, για να μη γίνει αυτός ο πλειστηριασμός. Να πούνε γιατί το κάνουν. Ποιος θα το πληρώσει το δάνειο αυτό του κυρίου; Θα το πληρώσουν οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι;»; Το ωραίο είναι ότι ο πλειστηριασμός έγινε ηλεκτρονικά. Ενα ακόμα ακλόνητο επιχείρημα υπέρ της «λαϊκής» κατοικίας.