Η Νέα Δημοκρατία έχει περιορισμένο αριθμό συσσωρευμένης εμπειρίας στελεχών, τα οποία θα μπορέσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης να αξιοποιήσει ως πρωθυπουργός στην πρώτη ανακοίνωση του υπουργικού του συμβουλίου. Ανάμεσα στα στελέχη αυτά ξεχωρίζει η Ντόρα Μπακογιάννη, η οποία τόσο στους τομείς Εξωτερικής Πολιτικής και Αμυνας όσο και στον οικονομικό κύκλο είχε και έχει ειδικό βάρος.

Υπό την έννοια αυτή, ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας αιφνιδίασε με τη θέση που προέβαλε στο πλαίσιο της τελευταίας κυριακάτικης συνέντευξής του. Οταν δηλαδή δημοσιοποίησε την επιλογή του να μη συμπεριλάβει σε ένα μελλοντικό υπουργικό συμβούλιο κανένα μέλος της οικογένειάς του. Και επειδή η απόφασή του αυτή έχει ονοματεπώνυμο, έσπευσε μόνος του να προσθέσει ότι «αυτό είναι σκληρό και άδικο ειδικά για την Ντόρα».

Κάποιοι διαρρέουν ότι η απόφαση αυτή είχε συζητηθεί μεταξύ Κυριάκου και Ντόρας. Η αλήθεια όμως είναι ότι κάτι τέτοιο μάλλον δεν έχει συμβεί. Αν δεχθούμε ότι πρόκειται περί αιφνιδιασμού, αξίζει να σημειώσουμε κάποιους σταθμούς στην αλληλουχία των γεγονότων. Πρώτον, ότι τη διάθεσή του αυτή ενάντια στην οικογενειοκρατία ο κ. Μητσοτάκης την είχε δείξει με αυστηρό τρόπο στην περίπτωση της κληρονομικής διαδοχής Τραγάκη από τον γιο του στον Πειραιά. Καθώς και τα μηνύματα που απεστάλησαν με την αφορμή αυτή στα μέλη των πολιτικών οικογενειών της Κεντροδεξιάς. Ομως η περίπτωση της Ντόρας Μπακογιάννη είναι απολύτως διαφορετική.

Έχει μια μακρά πορεία ως κοινοβουλευτικός τόσο στην πολιτική όσο και στις κυβερνήσεις. Διαδέχθηκε τον δολοφονημένο από την τρομοκρατία σύζυγό της, δεκαετίες πριν, Παύλο Μπακογιάννη στο Κοινοβούλιο, αποτελώντας εμβληματικό πρόσωπο. Εκλέγεται όλα αυτά τα χρόνια και δεν διορίζεται. Σε ένα δεύτερο επίπεδο πάντως, η ίδια η Ντόρα σε τελευταίες συνεντεύξεις έδειξε διάθεση αναχωρητισμού από την ενεργό πολιτική, τουλάχιστον σε επίπεδο υπουργικών φιλοδοξιών, και αυτό ενδεχομένως έδωσε το έναυσμα.

Σε όλες τις περιπτώσεις, ο πρόεδρος της ΝΔ προχωρώντας σε αυτή την επιλογή δεν επιτρέπει σε κανέναν να αμφισβητήσει την απολυτότητα των λόγων και των προθέσεών του. Διαχωρίζει την πολιτική γενιά του από προηγούμενες γενιές και δεδικασμένα στην Κεντροδεξιά. Χειρίζεται δύσκολες υποθέσεις με την παρρησία του ηγέτη που υπερβαίνει τον συναισθηματισμό του όταν θα πρέπει να λάβει κρίσιμες αποφάσεις.