Μαύρο χρήμα σε βαλίτσες και κίτρινους φακέλους, δωροδοκίες που φτάνουν μέχρι το Μέγαρο Μαξίμου, εταιρείες που λειτουργούν ως όχημα για το ξέπλυμα, μάνατζερ «ικανοί για όλα», που μοιράζουν τις δεσμίδες με τα ευρώ χέρι με χέρι, προκειμένου η φαρμακοβιομηχανία Novartis να αποκτήσει κυρίαρχη θέση στην ελληνική αγορά.

Οι γλαφυρές περιγραφές, που θυμίζουν σενάριο κινηματογραφικής ταινίας, των τριών προστατευόμενων μαρτύρων στο σκάνδαλο της Novartis, οι οποίοι από τον Νοέμβριο του 2017 μέχρι και πριν από μία εβδομάδα κατέθεταν ενώπιον των εισαγγελέων διαφθοράς, προκάλεσαν τη διαβίβαση της δικογραφίας στη Βουλή λόγω της αναφοράς δέκα πολιτικών προσώπων. Πρόκειται για τους πρώην πρωθυπουργούς Αντώνη Σαμαρά και Παναγιώτη Πικραμμένο, καθώς και τους πρώην υπουργούς και υφυπουργούς Δημήτρη Αβραμόπουλο, Ανδρέα Λοβέρδο, Ανδρέα Λυκουρέντζο, Μάριο Σαλμά, Αδωνη Γεωργιάδη, Γιάννη Στουρνάρα, Ευάγγελο Βενιζέλο και Γιώργο Κουτρουμάνη.

Σύμφωνα με όσα αναφέρουν στις καταθέσεις τους οι προστατευόμενοι μάρτυρες (οι οποίες, ωστόσο, προς το παρόν παραμένουν ατεκμηρίωτες, καθώς δεν συνοδεύονται από επιβεβαιωτικά στοιχεία), τα δέκα πολιτικά πρόσωπα έλαβαν μίζες ύψους 50.000.000 ευρώ. Συνολικά μαζί με ακόμα 20 άτομα, πρώην γενικούς γραμματείς υπουργείων, μέλη επιτροπών, διοικητές δημοσίων οργανισμών και συμβούλους, οι μίζες που μοιράστηκαν ανέρχονται στο ποσό των 60.000.000 ευρώ.

Η δικογραφία διαβιβάστηκε στη Βουλή για τα αδικήματα της δωροληψίας πολιτικών αξιωματούχων, της παθητικής δωροδοκίας και της απιστίας σχετικά με την υπηρεσία αμελλητί από τις εισαγγελικές αρχές, ωστόσο από την πρώτη στιγμή δικαστικοί κύκλοι επισήμαιναν ότι με βάση τις διατάξεις του νόμου περί ευθύνης υπουργών, έχουν υποπέσει σε παραγραφή. Παρά τη διαβίβαση του μέρους της δικογραφίας στη Βουλή, που αφορά τα πολιτικά πρόσωπα, η Εισαγγελία Διαφθοράς συνεχίζει την έρευνά της όσον αφορά στο ξέπλυμα βρόμικου χρήματος και για τα πολιτικά πρόσωπα, καθώς πρόκειται για αδίκημα το οποίο δεν εμπίπτει στις διατάξεις του νόμου περί ευθύνης υπουργών. Σε αυτό το πλαίσιο έχουν σταλεί αιτήματα δικαστικής συνδρομής σε Ελβετία και Κύπρο, προκειμένου να βρεθούν εάν υπάρχουν διαδρομές μαύρου χρήματος από τους δύο τροφοδότες τραπεζικούς λογαριασμούς που υπάρχουν στη δικογραφία. Παράλληλα, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του Κωνσταντίνου Φρουζή, πρώην αντιπροέδρου της φαρμακοβιομηχανίας, και η δικογραφία διαβιβάστηκε σε Ανακριτή Διαφθοράς.

Κομβικό σημείο της έρευνας που διενεργείται από την Εισαγγελία Διαφθοράς για το σκάνδαλο αποτελεί η στοιχειοθέτηση της ζημίας που υπέστη το ελληνικό Δημόσιο, προκειμένου να κινηθεί η διαδικασία διεκδίκησης αποζημίωσης από τη φαρμακοβιομηχανία.

Μόνο από την υπόθεση της Novartis η ζημία του ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με εισαγγελικές πηγές, εκτιμάται στο ποσό των 3 δισ. ευρώ, ενώ συνολικά το ελληνικό κράτος υπολογίζεται ότι από το 2000 έως το 2015 «έχασε» μόνο από τις υπερτιμολογήσεις φαρμάκων περίπου 23 δισ. ευρώ.

Ενας από τους τρεις προστατευόμενους μάρτυρες, ο τεχνοκράτης της υπόθεσης, που στη δικογραφία αναφέρεται με το ψευδώνυμο «Ιωάννης Αναστασίου», περιγράφει στην κατάθεσή του (στις 26 Ιανουαρίου 2018) ότι το 2000 η Ελλάδα δαπανούσε για φάρμακα όσο κατά μέσο όρο και οι υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης. «Σταδιακά από το 2000 και μετά η φαρμακευτική δαπάνη στο σύνολό της και ειδικότερα η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη άρχισε να αυξάνεται ραγδαία σε ετήσια βάση, σημειώνοντας παγκοσμίως πρωτόγνωρους αυξητικούς ρυθμούς που μόνο σε αναπτυσσόμενες οικονομίες συναντώνται. Κατά συνέπεια, η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη το 2010 έφτασε στο 2,1% του ΑΕΠ και ήταν διπλάσια από τον μέσο όρο των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, που ήταν στο 1% του ΑΕΠ και ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά παγκοσμίως. Δηλαδή το Δημόσιο στην Ελλάδα δαπανούσε 1,1% του ΑΕΠ παραπάνω από ό,τι δαπανούσαν οι υπόλοιπες χώρες της ΕΕ κατά μέσο όρο από τα φάρμακα» επισημαίνει ο μάρτυρας. Από αυτήν την υπέρμετρη αύξηση της φαρμακευτικής δαπάνης προκύπτει, σύμφωνα με εισαγγελικές πηγές, η ζημία του ελληνικού Δημοσίου.

4.500 γιατροί (!) όλων των ειδικοτήτων τώρα σε περιπέτειες

Προς την ολοκλήρωσή του οδεύει το σκέλος της δικογραφίας για το σκάνδαλο της Novartis που αφορά την εμπλοκή ιατρών στην υπόθεση οι οποίοι φέρονται να δωροδοκήθηκαν από τη φαρμακοβιομηχανία προκειμένου να συνταγογραφούν τα σκευάσματά της. Σύμφωνα με τη δικογραφία, η φαρμακοβιομηχανία φέρεται να είχε μοιράσει «δωράκια» σε πάνω από 4.500 ιατρούς. Από τα στοιχεία των αμερικανικών αρχών προκύπτει ότι εταιρεία δωροδοκούσε τους γιατρούς ακόμα και με πολυτελή ταξίδια, προσφέροντάς τους κατά περιπτώσεις και αιθέριες υπάρξεις για συντροφιά!

Παράλληλα, η εταιρεία φέρεται να είχε θεσμοθετήσει ένα πρόγραμμα που ονομαζόταν «καθαρές ημέρες», προκειμένου τα στελέχη της να εξαφανίζουν τα ενοχοποιητικά στοιχεία, καταστρέφοντας έγγραφα από το εταιρικό πληροφορικό σύστημα. Στην αρχή οι «καθαρές μέρες» πραγματοποιούνταν μία φορά τον χρόνο και στη συνέχεια επεκτάθηκαν σε δύο και τρεις.

Για τις δωροδοκίες σε ιατρούς, ο προστατευόμενος μάρτυρας «Μάξιμος Σαράφης» στην κατάθεσή του στις 22 Ιανουαρίου 2018 αναφέρει: «Αλλη παράνομη πρακτική που ακολουθούσε η Novartis για να αυξήσει τα κέρδη της ήταν οι δωροδοκίες σε γιατρούς προκειμένου οι τελευταίοι να “δεσμεύονται” ότι θα υπερσυνταγογραφούν φάρμακά της. Πιο συγκεκριμένα, στόχοι της εταιρείας ήταν γιατροί υψηλής δυναμικότητας, όπως διευθυντές κλινικών ΕΣΥ, καθηγητές πανεπιστημίων και ταμειακοί γιατροί (…). Οι πληρωμές αυτές γίνονταν μέσω εικονικών στο σύνολό τους προγραμμάτων, τα οποία κατά περίπτωση ονομάζονταν προγράμματα αγοράς (marketing projects), έρευνες αγοράς (market researches) και από τον Ιούνιο του 2012 και μετά μελέτες “φάσης IV”».