Τις αντοχές των κοινοβουλευτικών διαδικασιών θα δοκιμάσει για μια ακόμα φορά η κυβέρνηση, φέρνοντας στη Βουλή ένα τερατώδες σε μέγεθος νομοσχέδιο, το οποίο θεωρητικά θα επιτρέψει την ολοκλήρωση της τρίτης αξιολόγησης. Αυτό που προβληματίζει, πάντως, το Μέγαρο Μαξίμου δεν είναι ούτε τα ούτως ή άλλως ασφυκτικά χρονικά περιθώρια, ούτε το «κοσκίνισμα» από τους «θεσμούς», αλλά οι αντιδράσεις για τη διάταξη που θα αρχίσει να «ξηλώνει» το ισχύον πλαίσιο για τις απεργίες.

Σύμφωνα με πληροφορίες, παρά το μπαράζ τροπολογιών πριν από το κλείσιμο της Βουλής για την περίοδο των εορτών, απομένουν περίπου 60 προαπαιτούμενα για να «κλείσει» η αξιολόγηση. Κυβερνητικές πηγές αναφέρουν ότι με το πολυνομοσχέδιο θα καλυφθεί περίπου το 80% αυτών των προαπαιτούμενων κι εν συνεχεία θα πρέπει να εκδοθούν οι αναγκαίες υπουργικές αποφάσεις και εγκύκλιοι (δευτερογενής νομοθεσία), έτσι ώστε όλα να είναι έτοιμα ως τις 22 του μήνα, οπότε συνεδριάζει το Eurogroup, υπό την προεδρία του Πορτογάλου Μάριο Σεντένο, αλλά πάντα χωρίς την παρουσία του διαδόχου τού Βόλφγκανγκ Σόιμπλε.

Οι ίδιες κυβερνητικές πηγές εκτιμούν ότι η έκθεση στο συμβούλιο των υπουργών στις 22 Ιανουαρίου θα είναι θετική, ωστόσο ευρωπαϊκές πηγές σημειώνουν ότι το πρώτο crash test την ερχόμενη Πέμπτη στο Euroworking Group θα είναι καθοριστικό. Οι ίδιες πηγές επισημαίνουν, μάλιστα, ότι οι ξένοι τεχνοκράτες περιμένουν να πάρουν στα χέρια τους το πολυνομοσχέδιο, προκειμένου να εξετάσουν διάταξη-διάταξη, γραμμή-γραμμή αν όλα κινούνται εντός του συμφωνημένου πλαισίου, αφού η εμπειρία προηγούμενων αξιολογήσεων και νομοσχεδίων δείχνει ότι επιχειρήθηκε έστω ερμηνευτικά να γίνει by pass σε μνημονιακές δεσμεύσεις. Οι εν λόγω πηγές θυμίζουν ότι η ελληνική κυβέρνηση υποχρεώθηκε να τροποποιήσει ακόμα και την Αιτιολογική

Εκθεση στο νομοσχέδιο που ρύθμιζε το πλαίσιο των συλλογικών συμβάσεων, καθώς κρίθηκε «ύποπτα» διατυπωμένη.

Το «κοσκίνισμα» των διατάξεων του πολυνομοσχεδίου έχει ήδη ξεκινήσει σε αλλεπάλληλες τηλεδιασκέψεις των τεχνικών κλιμακίων και δεν αποκλείεται να γίνει μια τηλεδιάσκεψη σε επίπεδο υπουργών μέσα στο Σαββατοκύριακο, δηλαδή πριν από την κατάθεσή του στη Βουλή, αν στις τεχνικές διαβουλεύσεις προκύψουν ζητήματα που πρέπει να απαντηθούν από τους αρμόδιους υπουργούς.

Ως προς το περιεχόμενο των διατάξεων αυτό καθ’ αυτό, αναμφίβολα αυτό που «καίει» την κυβέρνηση και εκτιμάται ότι μπορεί να προκαλέσει έντονες αντιδράσεις είναι η αλλαγή της διαδικασίας για τις απεργίες. «Εκεί θα φάμε ‘’ξύλο’’» παραδέχεται κυβερνητικός αξιωματούχος, χωρίς ωστόσο να πιστεύει ότι υπάρχει ενδεχόμενο να καταψηφιστεί η επίμαχη διάταξη και να ξεσπάσει κυβερνητική κρίση. Οπως σημειώνουν, άλλωστε, δηκτικά ευρωπαϊκές πηγές, «η κυβέρνηση έχει φέρει και έχει ψηφίσει περικοπές συντάξεων - επιδομάτων και αυξήσεις φόρων, θα “κολλήσει” στον συνδικαλιστικό νόμο;». Τι προβλέπει η επίμαχη διάταξη, που ήρθε πριν από τα Χριστούγεννα και αποσύρθηκε κακήν-κακώς, υποτίθεται για νομοτεχνική βελτίωση, υπό τα πυρά των συνδικάτων; Οτι εφεξής για να κηρύξει απεργία ένα πρωτοβάθμιο σωματείο θα πρέπει να ληφθεί απόφαση από την απόλυτη πλειοψηφία των μελών του, ενώ τώρα αρκεί απόφαση του διοικητικού συμβουλίου. Η επιχειρηματολογία της κυβέρνησης είναι επί της ουσίας ότι «δεν τρέχει τίποτα», αφού για τα δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια σωματεία εξακολουθεί να ισχύει το 20% των μελών τους, ωστόσο έμπειροι συνδικαλιστές και πρώην υπουργοί που συμμετείχαν στις διαπραγματεύσεις με την τρόικα εκτιμούν ότι αν αρχίσει να ξηλώνεται το πουλόβερ, δεν θα έχει σταματημό, ειδικά από τη στιγμή που οι δανειστές ζητούσαν και ζητούν οι αλλαγές να ισχύουν για όλες τις απεργίες, όλων των σωματείων.

Ο δεύτερος πονοκέφαλος με το ακίνητα στο σφυρί

Η άλλη διάταξη, που χαρακτηρίζεται «υψηλής επικινδυνότητας», είναι αυτή που τροποποιεί τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και επεκτείνει τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς και στις οφειλές προς το Δημόσιο. Αν κι από το κυβερνητικό στρατόπεδο προσπαθούν να υποβαθμίσουν τη σημασία της διάταξης, λέγοντας πως ούτως ή άλλως γίνονται πλειστηριασμοί για χρέη προς τις εφορίες και τα ασφαλιστικά ταμεία, στην ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει κατακάτσει ακόμα ο κουρνιαχτός από τη διάταξη που προβλέπει αυτόφωρη διαδικασία για όσους παρεμποδίζουν τους πλειστηριασμούς. Ο λόγος δεν είναι φυσικά η διαδικασία αυτή καθ’ αυτή, αλλά η συνειδητοποίηση ότι η κυβέρνηση έχει υποχωρήσει ατάκτως πίσω από μια ακόμα παλιά «κόκκινη» γραμμή, τη στιγμή, μάλιστα, που το προστατευτικό πλαίσιο για την πρώτη κατοικία είναι σαφώς πιο περιορισμένο σε σχέση με πριν. Στην πραγματικότητα, η επέκταση των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών και για χρέη προς το Δημόσιο θα επαναφέρει στο προσκήνιο την παντελή έλλειψη απαγορευτικής διάταξης για πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας, όσων έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές προς εφορίες-ταμεία, με μόνο ανάχωμα τις άτυπες οδηγίες της ΑΑΔΕ για αποφυγή τέτοιων κινήσεων.

Στο ίδιο πεδίο, των πλειστηριασμών, ευρωπαϊκές πηγές σημειώνουν ότι δεν έχουν περάσει απαρατήρητες οι αναβολές των προηγούμενων εβδομάδων και συμπληρώνουν ότι περιμένουν ή μάλλον απαιτούν πιο επιθετική τακτική τόσο από το Δημόσιο όσο και από τις τράπεζες, με στόχο αφενός να «μαζευτεί» το χάος των ληξιπρόθεσμων και των «κόκκινων» δανείων, αφετέρου να σταλεί ισχυρό μήνυμα στους στρατηγικούς κακοπληρωτές ότι ήρθε η ώρα να βάλουν το χέρι στην τσέπη.

 

  

*Δημοσιεύθηκε στην Κυριακάτικη Ελευθερία του Τύπου, 6-7/1/2018