To 2010 o Νίκος Δρανδάκης αναζητούσε ταξί και δεν έβρισκε. Το 2011 αποφάσισε να δημιουργήσει μια ψηφιακή εφαρμογή για έξυπνα κινητά τηλέφωνα, προκειμένου να αποφύγει την παλαιωμένη και ίσως αναποτελεσματική λύση των ραδιο-ταξί. Το κίνητρο ασφαλώς δεν είχε μόνον μεταφορικό χαρακτήρα, καθώς ο ίδιος ήταν ήδη επιχειρηματίας, ασχολούμενος με ψηφιακές και ηλεκτρονικές εφαρμογές και λύσεις. Αν και, όπως δήλωνε τότε, ο ίδιος δεν ήξερε πού μπορεί να φθάσει η συγκεκριμένη ιδέα, εντούτοις για κείνον ήταν ξεκάθαρο πως το επιχειρηματικό του μέλλον ανήκε στον χώρο της εφαρμοσμένης υψηλής τεχνολογίας.

Με αρχική χρηματοδότηση μόλις 40.000 ευρώ από το Open Fund στην Αθήνα και με συνιδρυτές τους Κωστή Σακκά, Μιχάλη Σφιχτό και Νίκο Δαμηλάκη, ξεκινά τη δημιουργία του Taxibeat, μιας ψηφιακής εφαρμογής, που στις αρχές πλέον του 2017 εξαγοράζεται από την MyTaxi, του γερμανικού πολυεθνικού ομίλου Daimler, για ποσό που, σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, αγγίζει τα 40 εκατ. ευρώ. Η διαδρομή έως το επενδυτικό exit -δηλαδή την αποεπένδυση των αρχικών επενδυτών από μια νεοφυή επιχείρηση-, όποιου ύψους και αν ήταν αυτό, είναι αρκούντως εντυπωσιακή για τη μικρή και «ρηχή» ελληνική πραγματικότητα των startups, ωστόσο συνάδει με τη διεθνή πρακτική του συγκεκριμένου χώρου. Νωρίτερα, το 1999, ο Ν. Δρανδάκης είχε δημιουργήσει το suppline.com, ένα B2B marketplace για επιχειρήσεις που θέλουν να κάνουν τις προμήθειές τους μέσω Internet, η οποία πουλήθηκε το 2001, ενώ το 2006 μαζί με δύο συνεργάτες του δημιούργησαν το sync.gr, ένα blog aggregator που μετεξελίχθηκε σε υπηρεσία κοινωνικής δικτύωσης στην Ελλάδα.

Βεβαίως, μέχρι το Taxibeat να βρεθεί στον Ομιλο Daimler, μεσολάβησαν νέοι κύκλοι χρηματοδότησης (οι οποίοι αθροιστικά απέφεραν 7,5 εκατ. ευρώ), δοκιμές και αναδιαρθρώσεις, επεκτάσεις που απέτυχαν και άλλες που πέτυχαν και κατέστησαν την εφαρμογή ελκυστική κατ’ αρχάς στην ελληνική αγορά και εν τέλει στους ξένους επενδυτές. Η ομάδα της ελληνικής εταιρείας προσέλκυσε κεφάλαια από διάφορες πηγές και επενδυτικά σχήματα, καθώς και από επιχειρηματικούς «αγγέλους», όπως ο... κατά συρροήν επενδυτής στις startups Απόστολος Αποστολάκης, ο οποίος κατείχε και θέση στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας. Η επιθυμία για εξάπλωση της πλατφόρμας της Taxibeat διεθνώς ήταν εξαρχής στα πλάνα του Ν. Δανδράκη, για αυτό εξάλλου τα ανοίγματα σε νέες αγορές επιχειρήθηκαν νωρίς, χωρίς ωστόσο πάντοτε θετικό αποτέλεσμα. Είναι στη φύση μιας νεοφυούς επιχείρησης να δοκιμάζει, να αποτυγχάνει και να διορθώνει και η ομάδα της Taxibeat αποδείχθηκε ότι διαθέτει τους αυτοματισμούς να κατανοεί το πότε πρέπει να σταματά την προσπάθεια και να επικεντρώνεται σε πεδία όπου έχει πλεονέκτημα και προοπτική. Ετσι, ύστερα από άκαρπες προσπάθειες στη Ρουμανία, τη Νορβηγία, το Παρίσι, το Μεξικό και τη Βραζιλία, η εταιρεία περιορίστηκε στην Ελλάδα και στο Περού.

Ρυθμοί ανάπτυξης 180% και μετονομασία

Σήμερα, η εφαρμογή Taxibeat στην Ελλάδα διαθέτει μια βάση 8.000 εγγεγραμμένων οδηγών ταξί, ενώ χρησιμοποιείται από περίπου 540.000 πελάτες και είναι διαθέσιμη σε δύο πόλεις (Αθήνα και Θεσσαλονίκη), ενώ οι ρυθμοί ανάπτυξής της άγγιζαν το 180% σε ετήσια βάση. «Εκεί συνοψίζεται και η επιτυχία μας» αναφέρει ο κ. Δρανδάκης, σημειώνοντας πως η εταιρεία είναι αναπτυσσόμενη και επικερδής, παρά το γεγονός ότι δραστηριοποιείται σε μια έντονα πτωτική αγορά, όπως η ελληνική, όπου η κρίση περιόρισε τη ζήτηση. Μετά την εξαγορά του, το Taxibeat, στην Ελλάδα, θα ενοποιηθεί με την πλατφόρμα της ΜyΤaxi εντός των επόμενων μηνών και θα μετονομαστεί σε ΜyΤaxi. Η γερμανική εταιρεία από την πλευρά της επεκτείνεται ταχύτατα κι έχει αυτήν τη στιγμή ισχυρή παρουσία σε 9 χώρες και 50 πόλεις στην Ευρώπη με 108.000 οδηγούς και 10 εκατομμύρια πελάτες. Στόχος της είναι να καταστεί η κυρίαρχη πλατφόρμα εφαρμογής για τις μετακινήσεις on demand.

 

Η επέκταση στο Περού και το μεγάλο στοίχημα

Η υφιστάμενη δραστηριότητα του Taxibeat εν γένει στη Λατινική Αμερική θα συνεχίσει να λειτουργεί αυτόνομα, διατηρώντας 56 θέσεις εργασίας στην Αθήνα, καθώς το στοίχημα του Ν. Δρανδάκη για την επέκταση της εφαρμογής δεν έχει τελειώσει. Στο Περού, αγορά όπου δραστηριοποιείται από το 2014, εκτός από τη Λίμα έχει επεκταθεί σε ακόμα δύο πόλεις και συνεχίζει την προσπάθεια διείσδυσης. Η εφαρμογή, που πλέον θα ονομάζεται Beat, συνεργάζεται και με επαγγελματίες οδηγούς ταξί, αλλά, κυρίως, δουλεύει με ιδιωτικής χρήσης αυτοκίνητα. Οι οδηγοί αυτοί κάνουν διαδρομές με το Taxibeat είτε ως πλήρη είτε ως συμπληρωματική απασχόληση. Με το Taxibeat, επιπλέον, μετακινούνται όχι μόνο επιβάτες, αλλά και αντικείμενα. Το Taxibeat Boxi μεταφέρει αντικείμενα μέσα στην πόλη σε μισή ώρα, τη στιγμή ακριβώς που το χρειάζεται ο χρήστης. Η υπηρεσία δεν εξυπηρετείται μόνο από ταξί, αλλά και από ιδιώτες οδηγούς με δίκυκλα, σχεδιάστηκε για να προσφέρει ευελιξία και εξοικονόμηση χρόνου και «χτυπάει» ευθέως την αγορά των courriers. To μεγαλύτερο project που δουλεύει η ομάδα της Beat είναι το Carpooling, το οποίο θα έχει εφαρμογή στην αγορά του Περού και πρόκειται για μια σύγχρονη μέθοδο συνεπιβίβασης που επιτρέπει τον επιμερισμό του κόστους της διαδρομής ανάμεσα σε δύο άγνωστους μεταξύ τους επιβάτες, ώστε η μετακίνηση να γίνεται πιο προσιτή για όλους και πιο επικερδής για τον οδηγό.

Στόχος του Ν. Δρανδάκη είναι να καταστήσει το Beat ως τη δημοφιλέστερη εφαρμογή για μετακινήσεις στην ευρύτερη περιοχή της Λατινικής Αμερικής, και μάλιστα υπόσχεται πως, μετά την εξαγορά του ελληνικού βραχίονα της εταιρείας, η Αθήνα θα μετατραπεί σε ένα engineering hub, στο οποίο θα αναπτύσσεται η τεχνολογία της εφαρμογής. Υπόσχεται, δε, ότι η ομάδα των 56 εργαζομένων θα διπλασιαστεί μέσα στους επόμενους 10-12 μήνες, με έμφαση σε επιστημονικό προσωπικό, μηχανικούς, προγραμματιστές και designers.