Δεδομένη θεωρείται, πλέον, η επιβολή πρόσθετων εισπρακτικών μέτρων από τον Ιανουάριο του 2018. Ακόμα και σε περίπτωση πολιτικών εξελίξεων, η επόμενη κυβέρνηση θα βρεθεί αντιμέτωπη με «δημοσιονομικά κενά», αλλά και με τις απαιτήσεις των θεσμών για τη θωράκιση των δημοσιονομικών στόχων. Οσον αφορά το ενδεχόμενο η σημερινή κυβέρνηση να υποκύψει στις απαιτήσεις των θεσμών για να κλείσει η δεύτερη αξιολόγηση, η νομοθέτηση του νέου «πακέτου» θα είναι άμεση. Ο λογαριασμός θα διαμορφωθεί κατ’ ελάχιστον στα 800 εκατ. ευρώ, ενώ στο συνολικό πακέτο είναι πλέον εξαιρετικά πιθανό να προστεθεί και μια πρώτη μείωση του αφορολογήτου των μισθωτών και των συνταξιούχων. Η ελληνική κυβέρνηση θα επιδιώξει να περιορίσει τον τελικό λογαριασμό των μέτρων επικαλούμενη τις καλύτερες του αναμενομένου δημοσιονομικές επιδόσεις του 2016 και την υπέρβαση στους φόρους κατά 1,7 δισ. ευρώ. Ακόμα, όμως, και το αίτημα για αναγνώριση της υπέρβασης να βρει ανταπόκριση από την πλευρά των θεσμών, θα πρέπει να θεωρούνται δεδομένα τα εξής:

  1. Η περικοπή του προϋπολογισμού του ΕΟΠΥΥ κατά περίπου 180 εκατ. ευρώ, με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε επίπεδο παροχών.
  2. Η κατάργηση της έκπτωσης φόρου που γίνεται σήμερα σε όλους τους μισθωτούς και συνταξιούχους, λόγω της παρακράτησης. Το ποσοστό της έκπτωσης ανέρχεται βάσει της σημερινής φορολογικής νομοθεσίας στο 1,5% και, εφόσον καταργηθεί, θα προκαλέσει νέες επιβαρύνσεις, της τάξης των 80-85 εκατ. ευρώ στο σύνολο των μισθωτών και συνταξιούχων που εμφανίζουν εισόδημα πάνω από το αφορολόγητο (περίπου 8.550 ευρώ ετησίως).
  3. Το «ψαλίδισμα» ή και η οριστική κατάργηση της έκπτωσης φόρου για τις ιατρικές δαπάνες. Στο υπουργείο Οικονομικών δεν θέλουν την κατάργηση, καθώς εκτιμούν ότι θα οδηγήσει σε ακόμα μεγαλύτερη έξαρση της φοροδιαφυγής στον τομέα της παροχής ιατρικών υπηρεσιών. Ηδη, η κατάσταση είναι ιδιαίτερα «τεταμένη» μετά την αύξηση των φορολογικών συντελεστών για τους γιατρούς με μεσαία και υψηλά εισοδήματα, αλλά και με τη σύνδεση των ασφαλιστικών τους εισφορών με το εισόδημα.
  4. Η κατάργηση κοινωνικών επιδομάτων που δίνονταν μέχρι σήμερα και τα οποία «αλληλεπικαλύπτονται πλέον από το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα», όπως επισημαίνει αρμόδιο κυβερνητικό στέλεχος, χωρίς, όμως, να αποσαφηνίζει ποια από τα υφιστάμενα επιδόματα κοινωνικής αλληλεγγύης θα καταργηθούν. Θεωρείται, πάντως, δεδομένο ότι θα προχωρήσουν αρκετές από τις περικοπές που έχει προτείνει στην πρόσφατη έκθεσή της η Παγκόσμια Τράπεζα. Συνολικά, από τις περικοπές των κοινωνικών επιδομάτων, η ελληνική πλευρά θέλει να εξοικονομήσει ποσό της τάξης των 300 εκατ. ευρώ.

 

Από κόσκινο η πρόταση των 550 εκατ. του ΥΠΟΙΚ

Συνολικά οι παρεμβάσεις που έχει προτείνει η ελληνική κυβέρνηση οδηγούν σε εξοικονομήσεις της τάξης των 550 εκατ. ευρώ, ποσό που ανέφερε στην επιστολή του προς τους θεσμούς και ο υπουργός Οικονομικών, Ευκλείδης Τσακαλώτος. Πάντως, όπως παραδέχεται το ίδιο κυβερνητικό στέλεχος, πολλά από τα μέτρα που έχει προτείνει η ελληνική πλευρά (ή ακόμα και η κοστολόγηση αυτών των μέτρων) δεν έχει γίνει αποδεκτή από τους θεσμούς, και ειδικά από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το οποίο ζητά πιο «στέρεες» παρεμβάσεις για να κλείσει το δημοσιονομικό κενό του 2018. Ετσι, με το που θα ξεκινήσουν εκ νέου οι διαπραγματεύσεις, τα νούμερα και τα μέτρα θα μπουν στο «μικροσκόπιο» των θεσμών.

Ζητούν αύξηση του ΦΠΑ και μείωση του αφορολογήτου

Οι θεσμοί έχουν ήδη προϊδεάσει για την στάση τους στις παρεμβάσεις της κυβέρνησης, με αντιπροτάσεις όπως οι ακόλουθες:

  1. Η αύξηση του «χαμηλού» συντελεστή ΦΠΑ κατά μία ποσοστιαία μονάδα, από το 13% στο 14%. Το μέτρο θεωρείται άμεσης και δεδομένης απόδοσης, καθώς στον συντελεστή του 13% εξακολουθούν να κατατάσσονται προϊόντα και υπηρεσίες με περιορισμένη ελαστικότητα, όπως είναι ο λογαριασμός της ύδρευσης και του ηλεκτρικού ρεύματος, όπως και είδη πρώτης ανάγκης, μεταξύ των οποίων και βασικά τρόφιμα. Η μία ποσοστιαία μονάδα εκτιμάται ότι μπορεί να αποδώσει περισσότερα από 250 εκατ. ευρώ. Βασικό επιχείρημα υπέρ της αύξησης του ΦΠΑ είναι η δημοσιονομική επίδοση από τον συγκεκριμένο φόρο μέσα στο 2016. Ο ΦΠΑ απέδωσε τελικώς περισσότερο από ό,τι αναμενόταν, ενώ τα στοιχεία της Ανεξάρτητης Αρχής Εσόδων έδειξαν και αύξηση στον συντελεστή εισπραξιμότητας.
  2. Η περαιτέρω μείωση του αφορολογήτου, μέσω συρρίκνωσης της έκπτωσης φόρου που προβλέπεται σήμερα για αγρότες, μισθωτούς και συνταξιούχους. Για να εξοικονομηθούν περί τα 300 εκατ. ευρώ, η έκπτωση φόρου υπολογίζεται ότι πρέπει να περιοριστεί από τα 1.900 ευρώ που είναι σήμερα στα 1.800 ή τα 1.700 ευρώ, κάτι που μεταφράζεται σε ετήσιες απώλειες της τάξης των 100-200 ευρώ για όλους όσοι δηλώνουν ετήσιο εισόδημα από τις πηγές που προαναφέρθηκαν άνω των 8.000 ευρώ ετησίως. 

Ολα συγκλίνουν στο ότι κάποιες ή και το σύνολο των προτάσεων που θα κατεβάσουν οι θεσμοί θα προχωρήσουν στον έναν ή στον άλλο βαθμό. Πρώτον, διότι ειδικά τα μέτρα που προτείνει η Ελλάδα για περικοπή δαπανών του ΕΟΠΥΥ (ή και δαπανών του υπουργείου Εθνικής Αμυνας) δεν περνούν από τους θεσμούς, τουλάχιστον όχι στον βαθμό που έχει υπολογίσει το υπουργείο Οικονομικών. Και, δεύτερον, διότι το δημοσιονομικό κενό που έχουν υπολογίσει οι θεσμοί για το 2018 είναι μεγαλύτερο από το ποσό των 550 εκατ. ευρώ που έχει «τιμολογήσει» η ελληνική πλευρά. Με την οριστικοποίηση των δημοσιονομικών επιδόσεων του 2016, η ελληνική πλευρά θα επιχειρήσει να περιορίσει τον λογαριασμό των μέτρων, επικαλούμενη ότι μέρος της υπέρβασης που καταγράφηκε το 2016 στα φορολογικά έσοδα θα έχει μόνιμο χαρακτήρα. Οι θεσμοί ήδη αμφισβητούν τον μόνιμο χαρακτήρα του πρωτογενούς πλεονάσματος του 2016. Ειδικά το ΔΝΤ εκτιμά ότι το πρωτογενές πλεόνασμα ανέρχεται στο 1%, τη στιγμή που η ελληνική πλευρά μιλά για 2%. Σε κάθε περίπτωση, όπου και αν βρεθεί η «χρυσή τομή», θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι από την Πρωτοχρονιά του 2018 μισθωτοί και συνταξιούχοι θα υποστούν νέα μείωση καθαρών αποδοχών, είτε αυτή προέλθει από την κατάργηση της έκπτωσης φόρου για την παρακράτηση είτε από τη μείωση της έκπτωσης φόρου, δηλαδή του... έμμεσου αφορολογήτου.