Μπορεί ο Αλέξης Τσίπρας να διαμήνυσε ότι το «πρόγραμμα» θα εφαρμοστεί στο ακέραιο και να κάλεσε τους ξένους επενδυτές του Capital Link να συμμετάσχουν στην «αναγέννηση της χώρας», στην πράξη όμως ο σηματωρός των επενδύσεων, οι αποκρατικοποιήσεις, βρίσκεται σε τροχιά αποδρομής. Κάτι η αποδόμηση του ΤΑΙΠΕΔ μετά την αποχώρηση Πιτσιόρλα, κάτι η εορταστική ραστώνη στην οργάνωση της λειτουργίας τους Υπερταμείου, η υλοποίηση των προγραμμάτων έχει πάρει την «κάτω βόλτα». Δεν είναι, όμως, μόνο αυτό. Η εικόνα που «προβάλλεται» είναι ότι τα ναυάγια (όπως του ΔΕΣΦΑ) και οι καθυστερήσεις (όπως στα τρένα) έχουν το άτυπο «ΟΚ» των δανειστών. Η πραγματικότητα, ωστόσο, δεν είναι έτσι. Σύντομα ο λογαριασμός των «αστοχιών» θα πρέπει να καλυφθεί. Δυστυχώς, είναι και μεγάλος...

Οπως είναι γνωστό, και με βάση την τελευταία συμφωνία, το ΤΑΙΠΕΔ «οφείλει» να εισπράξει από τις 19 αποκρατικοποιήσεις συνολικά 5,8 δισ. ευρώ έως και το 2018. Αυτά έχουν κατανεμηθεί σε 2,5 δισ. για το 2016, 2,2 δισ. το 2017 και 1,1 δισ. το 2018. Το γεγονός ότι ο φετινός στόχος δεν καλύπτεται ήταν μαθηματικώς βέβαιο από το καλοκαίρι. Το ερώτημα είναι «πόσο έξω» θα πέσουμε...
Μέχρι τώρα έχουν εισπραχθεί:
- Τα 280,5 εκατ. ευρώ για το 51% του ΟΛΠ.
- Το 1,23 δισ. ευρώ από την αποκρατικοποίηση των 14 περιφερειακών αεροδρομίων.
- Τα 95 εκατ. ευρώ από την αποκρατικοποίηση του Αστέρα (σ.σ.: αυτή είναι η είσπραξη για το δημόσιο ταμείο, αφού τα υπόλοιπα 305 εκατ. ευρώ θα κατευθυνθούν στα ταμεία της ΕΤΕ).
Χατιρικά, επίσης, μπορούν να θεωρηθούν ως εισπραχθέντα (μια και αναμένονται για τις αρχές του 2017) τα 300 εκατ. ευρώ της πρώτης δόσης από τη συμφωνία με τη Lamda Development για το Ελληνικό, με την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρξουν προβλήματα από τις εκκρεμότητες του deal.
.
Αντίθετα, εντελώς στον «αέρα» είναι τα 400 εκατ. ευρώ από τη συμφωνία με την SOCAR για τον ΔΕΣΦΑ (στα κρατικά ταμεία θα έμπαιναν 188 εκατ. ευρώ, μια και τα υπόλοιπα θα όδευαν στα ΕΛΠΕ).
Το άθροισμα είναι αποκαρδιωτικό για το ΤΑΙΠΕΔ, μια και υπολείπεται σχεδόν κατά 1 δισ. με 1,5 δισ. ευρώ, αναλόγως του τρόπου με τον οποίο υπολογίζει κανείς τα δεδομένα...

Μπρα-ντε-φερ κυβέρνησης - δανειστών

Στο κυβερνητικό στρατόπεδο δεν δείχνουν να βιάζονται για τη συνέχεια, ιδιαίτερα σε μια πολιτικά ευαίσθητη περίοδο. Στο εξωτερικό «μέτωπο» (με τους δανειστές) φροντίζουν να προβάλουν τις επιτυχίες της χρονιάς (ΟΛΠ, αεροδρόμια κ.λπ.), ενώ στο εσωτερικό μέτωπο περνούν την «ανυποχώρητη» στάση την οποία κράτησαν σε πολλές από τις περιπτώσεις των αποκρατικοποιήσεων, ιδιαίτερα δε στην ενέργεια. Και από την πλευρά των δανειστών, όμως, η πίεση δεν θυμίζει άλλες εποχές.
Για τους θεσμούς, ο στόχος για το 2016 μπορεί να μην επιτυγχάνεται, αλλά περιλαμβάνεται ως υποσύνολο στο άθροισμα της τριετίας, το οποίο και θα πρέπει να τηρηθεί. Επιπλέον, οι προβλέψεις για τις αποκρατικοποιήσεις του 2017 και 2018 περιλαμβάνονται στον νόμο με τα προαπαιτούμενα της 2ης αξιολόγησης που βρίσκεται ήδη στη Βουλή. Επομένως, έχοντας κλείσει τη συμφωνία, θεωρούν ότι έχουν εξασφαλίσει και όλα όσα προβλέπονται για τις αποκρατικοποιήσεις.

Αλλωστε, από την πλευρά των θεσμών υπάρχει η αντίληψη ότι, με τη διαμόρφωση και τη λειτουργία του Υπερταμείου (που θα περιλάβει και το ΤΑΙΠΕΔ), από την επόμενη χρονιά, όλο ο πακέτο αξιοποίησης της περιουσίας του ελληνικού Δημοσίου θα μπει σε μια τάξη. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο αντέδρασαν χαλαρά στο ναυάγιο του ΔΕΣΦΑ πριν από μερικές εβδομάδες και δέχθηκαν με πρωτοφανή άνεση τις εξηγήσεις της ελληνικής πλευράς, η οποία ανακοίνωσε πως θα προκηρύξει άμεσα νέο διαγωνισμό. Ετσι, όπως όλα δείχνουν, στην προκείμενη στιγμή επιλέγουν να μην πιέσουν ιδιαίτερα ρισκάροντας άλλο ένα «ατύχημα» σε διαγωνισμό, αλλά να αφήσουν τον χρόνο να κυλήσει μέχρι την επίσημη λειτουργία του Υπερταμείου, το οποίο θα φέρει ολόκληρο τον μηχανισμό στα «μέτρα» τους. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο, όπως αναφέρουν ενημερωμένοι κύκλοι, που δεν υπήρξε πρόνοια για την αντικατάσταση του Στέργιου Πιτσιόρλα στην ηγεσία του ΤΑΙΠΕΔ, το οποίο, παρά τις εσωτερικές μετακινήσεις, παραμένει ουσιαστικά ακέφαλο, αναμένοντας την υπαγωγή του στο Υπερταμείο. Το τελευταίο θα είναι και αυτό που τους πρώτους μήνες του 2017 θα αναδείξει και τη νέα διοίκηση του ΤΑΙΠΕΔ.
Απόδειξη του μεταβατικού χαρακτήρα που έχει η τρέχουσα περίοδος για τις αποκρατικοποιήσεις είναι και το ότι όλη η δραστηριότητα του ΤΑΙΠΕΔ εξαντλείται στην επιλογή συμβούλων που θα «τρέξουν» τα επόμενα προγράμματα (ΔΕΗ, ΔΕΠΑ κ.λπ.). Γεγονός που συντηρεί τη χρονική καθυστέρηση, αλλά, από την άλλη, είναι απαραίτητο, λόγω της πολυπλοκότητας των επόμενων προγραμμάτων.

Οι ίδιοι κύκλοι χρησιμοποιούν δύο περιπτώσεις για να περιγράψουν την κατάσταση:
Πρώτον, για να πουληθεί το 17% της ΔΕΗ, όπως είναι και η σχετική απαίτηση του ADP (Asset Development Plan), πρέπει πρώτα να ολοκληρωθεί η απόσχιση του ΑΔΜΗΕ (πρώτοι μήνες 2017), να γίνει η αποτίμηση της επιχείρησης, αλλά και να αποτυπωθεί το σχετικό επενδυτικό ενδιαφέρον.
Δεύτερον, για να προχωρήσει το πρόγραμμα πώλησης του 65% της ΔΕΠΑ, πρέπει πρώτα να κηρυχθεί και επίσημα άγονος ο διαγωνισμός του ΔΕΣΦΑ (σ.σ.: μια και είναι 100% θυγατρική της ΔΕΠΑ), να προκηρυχθεί ο νέος και να φτάσει σε αποτέλεσμα. Και αυτό μια και μόνο έτσι μπορεί να γίνει η αποτίμηση της μητρικής. Μια αντίστοιχη περίπτωση είναι και τα ΕΛΠΕ, στα οποία ανήκει το 35% του ΔΕΣΦΑ.

Τα παραδείγματα, δε, είναι τυχαία, μια και καταγράφουν την περιπλοκότητα και την κρισιμότητα των αποκρατικοποιήσεων του ενεργειακού τομέα, για τις οποίες παράγοντες του κυβερνώντος κόμματος ζητούν αναθεώρηση. Οσοι υποστηρίζουν κάτι τέτοιο σημειώνουν ότι εκ των πραγμάτων οι συγκεκριμένες αποκρατικοποιήσεις διαμορφώνουν πολύπλοκα στοιχήματα αμφίβολης τελικής αποτελεσματικότητας, ενώ μια αναδιαμόρφωση των στόχων θα προσέφερε μια καλύτερη διέξοδο και αδιαμφισβήτητα πολιτικά οφέλη.
Οπως αναλύουν ενημερωμένοι κύκλοι, το ναυάγιο της πώλησης του ΔΕΣΦΑ στους Αζέρους ήταν πιο σοβαρό από την απώλεια του εισπρακτικού στόχου, καθώς ουσιαστικά εκκινεί ένα ντόμινο καθυστερήσεων που έχει τη ρίζα του στη μετοχική διασύνδεση των ενεργειακών επιχειρήσεων του Δημοσίου: Ο ΔΕΣΦΑ είναι 100% θυγατρική εταιρεία της ΔΕΠΑ, της οποίας, όμως, τα ΕΛΠΕ κατέχουν το 35%, άρα και το 35% του ΔΕΣΦΑ. Στην απόπειρα πώλησης του 2013 είχε προηγηθεί η απόσχιση του μεριδίου και οι σχετικές αποτιμήσεις. Τώρα, η διαδικασία αυτή θα πρέπει να ξαναγίνει με βάση τα νέα οικονομικά δεδομένα όλων των διασυνδεδεμένων επιχειρήσεων.
Με δυο λόγια, πρέπει να ολοκληρωθεί η διαδικασία για τον ΔΕΣΦΑ με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, ώστε μετά να μπορέσει να προχωρήσει η αποτίμηση της ΔΕΠΑ και ακολούθως να προχωρήσει η προκήρυξη του σχετικού διαγωνισμού. Επειτα από αυτά θα μπορούσε να προχωρήσει και το πρόγραμμα για το 35% των ΕΛΠΕ.
Ακόμα και αν όλα προχωρούσαν με διαδικασίες fast track, όπως έγινε με τον ΑΔΜΗΕ (σ.σ.: ένα σενάριο που προχώρησε όπως η ίδια η κυβέρνηση επιθυμούσε), θα ήταν πολύ δύσκολο να προχωρήσουν τα τρία προγράμματα μέχρι το τέλος της προθεσμίας του 2018. Και αυτό καθώς μαζί με αυτά θα πρέπει να προχωρήσει και το 17% της ΔΕΗ.
Ο κίνδυνος εκτροχιασμού του προγράμματος -και των στόχων του- είναι, κατά τους εισηγητές μιας αναθεώρησης, η «αφορμή» για να συζητηθεί με τους δανειστές ο σχεδιασμός των ενεργειακών αποκρατικοποιήσεων. Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι από την πλευρά των δανειστών ο σχεδιασμός θεωρείται «κλειδωμένος» και πολύ δύσκολα θα επιδεχόταν αλλαγή. Κάτι που σημαίνει ότι το πιθανότερο σενάριο είναι να βρεθεί σύντομα η κυβέρνηση κάτω από ασφυκτικές πιέσεις...

Αντιπερισπασμός αντί για... ανώμαλη προσγείωση

Για να αντιμετωπίσει ένα τέτοιο μέτωπο, από τις αρχές της επόμενης χρονιάς, στον τομέα των αποκρατικοποιήσεων στην κυβέρνηση σχεδιάζουν να ρίξουν στη μάχη των εντυπώσεων δύο «ατού».
Το πρώτο είναι η υπόθεση της ανανέωσης της σύμβασης παραχώρησης του αεροδρομίου «Ελ. Βενιζέλος» της Αθήνας. Οι διαπραγματεύσεις με την PSP Investment, που κατέχει το 40% και το management, έχουν ήδη ξεκινήσει και με τον «αέρα» της ολοένα και αυξανόμενης κίνησης του αεροδρομίου στο ΤΑΙΠΕΔ υπολογίζουν ότι μπορούν να φέρουν στα ταμεία περί τα 250 εκατ. ευρώ. Σε δεύτερη φάση, μέσα στο 2017, το Ταμείο θα προχωρήσει και την πώληση του 35% του ΔΑΑ. Η αξία του πακέτου θα προσδιοριστεί σε σημαντικό βαθμό από τη σύμβαση παραχώρησης (που θα ορίζει τα λειτουργικά του αεροδρομίου), αλλά σε κάθε περίπτωση θεωρείται ότι θα προσελκύσει κεφάλαια μεγαλύτερα του μισού δισεκατομμυρίου ευρώ.
Το δεύτερο είναι η παραχώρηση του 5% της κρατικής συμμετοχής στον ΟΤΕ, που πρόσφατα πέρασε στο ΤΑΙΠΕΔ. Το πακέτο, με βάση την τρέχουσα αποτίμηση, κυμαίνεται στο επίπεδο των 200-210 εκατ. ευρώ. Στην αγορά, ωστόσο, θεωρούν ότι, με δεδομένη την πορεία του Οργανισμού, σε μια τέτοια πώληση θα πρέπει να προστεθεί σημαντικό premium. Αλλωστε, όταν οι Γερμανοί της Deutsche Telekom είχαν άτυπα συζητήσει προ διετίας την αγορά του 10%, υπολόγιζαν ένα πακέτο της τάξης των 550 εκατ. ευρώ.
Το ζήτημα, όμως, είναι ότι και αυτά δεν επαρκούν για την κάλυψη των στόχων που έχουν τεθεί. Και σε περίπτωση που οι θεσμοί δεν συμφωνούν με την αναθεώρηση των ενεργειακών αποκρατικοποιήσεων, η κυβέρνηση θα βρεθεί απέναντι σε περίπλοκες καταστάσεις. Πολιτικά και οικονομικά. 

Από την εφημερίδα "Επένδυση"