Η Ελλάδα παρά τις θετικές εξελίξεις του τελευταίου διαστήματος, ενδεχομένως να χρειαστεί και τέταρτο μνημόνιο, όπως σημειώνει η Capital Economics σε νέα έκθεσή της.

Όπως αναφέρει, οι ευρωπαϊκές οικονομίες εξακολουθούν να είναι σε καλή κατάσταση, ενώ η ευρωζώνη επωφελείται από τη μείωση της πολιτικής αβεβαιότητας και τα υψηλά επίπεδα εμπιστοσύνης των επιχειρήσεων και των καταναλωτών. Η Capital Economics εκτιμά πως αυτή η τάση θα συνεχιστεί.

Ενώ η ανάπτυξη των καταναλωτικών δαπανών φαίνεται να επιβραδύνεται από τους πρόσφατους ισχυρούς της ρυθμούς, το έδαφος είναι ώριμο για την επιτάχυνση των επενδύσεων, ιδιαίτερα δεδομένης της άποψής της CA ότι η ΕΚΤ θα κρατήσει τα επιτόκια σε πολύ χαμηλά επίπεδα για πολύ καιρό ακόμη.

Εκτός της περιοχής του ενιαίου νομίσματος, οι τάσεις είναι κάπως μικτές με το Ηνωμένο Βασίλειο να δείχνει μερικά σημάδια... Brexit blues. Παράλληλα, η ισχυρή ανάπτυξη και οι αυξανόμενες πληθωριστικές πιέσεις στη Σουηδία δείχνουν ότι η Riksbank θα είναι η πρώτη από τις μεγάλες κεντρικές τράπεζες της Ευρώπης που θα αυξήσουν τα επιτόκια.

Σε ότι αφορά την Ελλάδα, η εκταμίευση της δόσης και η μέτρια βελτίωση της ελληνικής οικονομίας, έχουν βάλει τον κίνδυνος ενός ελληνικού default στο περιθώριο, ωστόσο μία σημαντική ελάφρυνση του χρέους είναι αυτό που χρειαστεί τελικά για να παραμένει η Ελλάδα στην ευρωζώνη, όπως σημειώνει η Capital Economics, προβλέποντας πως ένα τέταρτο πρόγραμμα διάσωσης είναι εξαιρετικά πιθανό.

Όπως σημειώνει, η Ελλάδα εντέλει πέρασε επιτυχώς τη δεύτερη αξιολόγηση και έλαβε τη δόση των 7,7 δισ. ευρώ από τον ESM στις αρχές Ιουλίου, ενώ ακόμη 800 εκατ. ευρώ θα δοθούν τον Σεπτέμβριο αν έως τότε έχουν πληρωθεί κάποια ληξιπρόθεσμα χρέη του δημοσίου, την στιγμή που δεν υπάρχουν σημαντικές πληρωμές χρέους για τον επόμενο χρόνο.

Χάρη, εν μέρη, σε αυτά, η οικονομία δείχνει και πάλι σημάδια ανάκαμψης. Η Capital Economics προβλέπει ανάπτυξη στο 0,5% το 2017,  στο 1% το 2018 και στο 2% το 2019.Η αύξηση του μεταποιητικού δείκτη PMI πάνω από το επίπεδο του 50 υποδηλώνει ότι το ΑΕΠ πιθανότατα επεκτάθηκε ξανά στο β' τρίμηνο μετά την αύξηση κατά  0,4% ετησίως στο α' τρίμηνο. Επιπλέον, κάποια επιτυχημένα βήματα στη δημοσιονομική προσαρμογή οδήγησαν την Κομισιόν να προτείνει τον τερματισμό της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος για την Ελλάδα.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα μία ενθαρρυντική πτώση στο κόστος δανεισμού του δημοσίου, με την απόδοση του 10ετούς να υποχωρεί στο 5,3%, ενώ έντονη είναι η φημολογία ότι η κυβέρνηση θα δοκιμάσει σύντομα να επιστρέψει στις αγορές, ξεκινώντας με μία έκδοση 5ετούς ομολόγου.

Ωστόσο, όπως τονίζει, οι Ευρωπαίοι πιστωτές θα πρέπει να συμφωνήσουν σε σημαντική ελάφρυνση του ελληνικού χρέους πριν το ΔΝΤ στηρίξει πλήρως το πρόγραμμα, η ΕΚΤ θα πρέπει να εντάξει την Ελλάδα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης και οι καταθέσεις πρέπει να επιστρέψουν στις τράπεζες.

Όπως επισημαίνει μόνο αυτοί οι παράγοντες θα επιτρέψουν να υποχωρήσει το κόστος δανεισμού σε επίπεδο που να μπορεί η Ελλάδα να χρηματοδοτηθεί μόνη της πλήρως από τις αγορές. Καθώς η ελάφρυνση χρέους αποτελεί στην καλύτερη περίπτωση μία μακρινή προοπτική, ένα τέταρτο πρόγραμμα μπορεί να είναι απαραίτητο όταν λήξει το τρέχον τον ερχόμενο Αύγουστο.