Θετικές εκτιμήσεις για το ελληνικό χρηματιστήριο εξέφρασαν τα στελέχη της Citi που επισκέφθηκαν την προηγούμενη εβδομάδα την Αθήνα, κυρίως για να διερευνήσουν τις ελληνικές τράπεζες. Ειδικότερα συνάντησαν στελέχη από τις Jumbo, ΟΠΑΠ, Τιτάν, Motor Oil και Μυτιληναίος.

Όπως ανέφεραν, οι προοπτικές για τις εταιρείες είναι καλές καθώς διαπιστώνεται κερδοφορία, η οποία ως επί το πλείστον προέρχεται εκτός Ελλάδας, και οι αποτιμήσεις τους είναι ελκυστικές. Ταυτόχρονα, οι μετοχές τους μπορούν να παρέχουν επίσης και κάποια έκθεση στην ελληνική ανάκαμψη.

«Η Citi αναβαθμίζει την Τιτάν αναφέροντας ότι οι δραστηριότητές της στις ΗΠΑ αποδίδουν καλά.

Η Αίγυπτος βελτιώνεται με την εξοικονόμηση κόστους, ενώ η Ελλάδα δυσκολεύεται, αλλά είναι απίθανο να πάει πολύ χειρότερα. Η αύξηση των EBITDA για την Τιτάν θα είναι 28% φέτος και 16% το 2017. Η μετοχή διαπραγματεύεται σε 6,6 φορές σε όρους EV/EBITDA, discount 12% σε σχέση με τους ανταγωνιστές.

Παράλληλα, μας αρέσει επίσης η Motor Oil και η Μυτιληναίος» σημειώνει η Citigroup.

Οι τιμές-στόχοι που θέτει είναι για την Τιτάν 22,50 ευρώ από 20,50 ευρώ και σύσταση αγοράς, για τη Motor Oil συστήνει αγορά με τιμή-στόχο στα 13,50 ευρώ, για τη Μυτιληναίος σύσταση αγοράς και στόχος τα 6 ευρώ. Ταυτόχρονα η Citi επαναδιατυπώνει την ουδέτερη αξιολόγηση για την Jumbo και τον ΟΠΑΠ.

Για την Jumbo η τιμή-στόχος είναι στα 11,60 ευρώ (αμετάβλητη) και για τον ΟΠΑΠ η τιμή-στόχος στα 6,60 ευρώ, οριακά χαμηλότερα από τα 6,80 ευρώ προγενέστερα. Παράλληλα, συστάσεις αγοράς προτείνει και για τις εταιρείες ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, Ελληνικά Πετρέλαια ΕΛΠΕ και ΟΤΕ, χωρίς ωστόσο να αναφέρει τις τιμές-στόχους.

Ουδέτερες συστάσεις για τις τέσσερις τραπεζικές μετοχές και για τις Aegean Airlines και METKA. Αναφορικά με την πορεία της οικονομίας, η Citigroup επισημαίνει ότι οι πρόσφατοι οικονομικοί δείκτες υποδηλώνουν βελτίωση, ενώ ο PMI ανέκαμψε στο 50,4 τον Ιούνιο.

Η ανεργία μειώθηκε κάτω του 24,9% στο πρώτο τρίμηνο και δημιουργήθηκαν 76.000 καθαρές θέσεις εργασίας τον Μάιο, κυρίως στον τομέα του τουρισμού.

Τέλος, επισημαίνει ότι οι βασικοί κίνδυνοι μπορεί να είναι οικονομικοί και πολιτικοί και αναγνωρίζει δύο στοιχεία:

1) είτε η οικονομική ανάπτυξη και τα φορολογικά έσοδα θα μπορούσαν να μειωθούν υπερβολικά υπό την πίεση της υψηλότερης φορολογίας, προκαλώντας πιθανότατα μέτρα έκτακτης ανάγκης,

2) είτε η κυβέρνηση δεν θα είναι σε θέση να περάσει μεταρρυθμίσεις, οι οποίες γίνονται ολοένα και πιο δύσκολες από την αποδυνάμωση της οικονομίας, γεγονός που οδηγεί σε νέες εκλογές ή πολιτικό αδιέξοδο.