Το «πράσινο φως» δίνουν οι επενδυτικοί οίκοι του εξωτερικού για μια δοκιμαστική έξοδο της Αθήνας στις αγορές ομολόγων. Με την απόδοση του 10ετούς τίτλου να επιστρέφει στα επίπεδα του 2014 και το κόστος δανεισμού στη 2ετία να κινείται στα χαμηλά επτά ετών, η Αθήνα θα μπορούσε να δοκιμάσει τα «νερά» των αγορών μέσα στο έτος, εκτιμούν τώρα οι αναλυτές. Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι ο δρόμος για την έξοδο από τα Μνημόνια έχει ανοίξει. Η πλήρης αποκατάσταση της πρόσβασης στις αγορές, που θα επέτρεπε στη χώρα να καλύπτει τις χρηματοδοτικές της ανάγκες σε λογικά επιτόκια δανεισμού, θεωρείται απίθανη όσο τα ελληνικά ομόλογα παραμένουν αποκλεισμένα από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. 

Το σίγουρο είναι ότι το τελευταίο «ράλι» των ελληνικών ομολόγων έχει ξαφνιάσει πολλούς αναλυτές. Η JP Morgan, για παράδειγμα, υπολόγιζε ότι για να πέσει το κόστος δανεισμού στο 5,5% (όπου βρίσκεται σήμερα) θα έπρεπε ο Μάριο Ντράγκι να δώσει το «πράσινο φως» για την ένταξη της Ελλάδας στο QE. Σε διαφορετική περίπτωση, ο οίκος «έβλεπε» αύξηση της απόδοσης του 10ετούς στο 6,25%.

Σύμφωνα με τη Citi, πάντως, το θετικό momentum στις ελληνικές επενδύσεις θα συνεχιστεί. Γι’ αυτό και ο αμερικανικός οίκος θεωρεί εφικτή μια δοκιμαστική έξοδο στις αγορές. Την ίδια άποψη έχει και η HSBC, η οποία εκτιμά ότι η Αθήνα θα μπορούσε να πουλήσει 5ετή ομόλογα με απόδοση κάτω του 5%.

«Αλλά για μια πιο συνεχή πρόσβαση στις αγορές με βιώσιμα επιτόκια θα απαιτηθεί κατά την άποψή μας ακόμα ένα κύμα πτώσης των αποδόσεων, το οποίο φαίνεται απίθανο χωρίς την ένταξη στο QE», τονίζει ο οικονομολόγος της HSBC, Φάμπιο Μπαλμπόνι. Επιφυλακτική δηλώνει και η Citi για το κατά πόσο μπορεί να αποκατασταθεί η πλήρης πρόσβαση στις αγορές έως το τέλος του τρέχοντος προγράμματος, το καλοκαίρι του 2018.

Μία επιλογή, σύμφωνα με την HSBC, θα ήταν να χρησιμοποιήσει ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM) τα χρήματα του προγράμματος που δεν εκταμιεύθηκαν, ώστε να αγοράσει ελληνικά ομόλογα από την πρωτογενή αγορά. Οπως εξηγεί ο οίκος, κάτι τέτοιο είναι μεν εφικτό, σύμφωνα με τους όρους του προγράμματος, ωστόσο θα απαιτούσε την έγκριση του Eurogroup και της γερμανικής Βουλής, άρα δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί πριν από το φθινόπωρο.

Χωρίς τη στήριξη της ΕΚΤ και του ESM το Eurogroup δεν θα έχει άλλη επιλογή από το να αποσαφηνίσει τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους. «Ομως πιθανότατα θα είναι ήδη πολύ αργά για να επιτύχει η Ελλάδα μια καθαρή έξοδο από το Μνημόνιο ή ακόμα την έξοδο με μια light προληπτική γραμμή», προειδοποιεί η HSBC, επαναφέροντας στο τραπέζι το σενάριο ενός τέταρτου πακέτου διάσωσης και ενός ακόμα χαμένου έτους για την ελληνική οικονομία.

Αναγνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο δεν συμφέρει ούτε την Αθήνα αλλά ούτε και την Ευρωζώνη, η HSBC θεωρεί ότι οι πιστωτές θα βρουν έναν τρόπο να στηρίξουν την επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές και την έξοδό της από το πρόγραμμα. Εστω και με τη μορφή μιας προληπτικής γραμμής πίστωσης, αφού η «καθαρή έξοδος», την οποία πέτυχαν η Πορτογαλία και η Ιρλανδία, θεωρείται απίθανη.