Το ποσό των 3 δισ. ευρώ από την έκδοση του νέου 5ετούς ομολόγου αναμένεται να αντλήσει το ελληνικό δημόσιο, μετά το κλείσιμο του βιβλίου προσφορών.

Συνολικά, οι υποβληθείσες προσφορές για τη νέα έκδοση -την πρώτη μετά το 2014- φέρεται πως υπερέβησαν τα 6,5 δισ. ευρώ, υπερκαλύπτοντας το ζητούμενο ποσό κατά τουλάχιστον δύο φορές.

Η τιμολόγηση του ομολόγου θα πραγματοποιηθεί αργότερα, εντός της ημέρας. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, τραπεζικές πηγές διαμηνύουν ότι το επιτόκιο «κλείδωσε» στο 4,625% και το κουπόνι στο 4,375%.

Σημειώνεται ότι οι αρχικές εκτιμήσεις των αναλυτών έκαναν λόγο για επιτόκιο της τάξης του 4,875%.

Εφόσον επιβεβαιωθούν οι πληροφορίες, το τελικό επιτόκιο θα αποδειχθεί χαμηλότερο της αντίστοιχης δημοπρασίας του 2014, το οποίο είχε διαμορφωθεί στο 4,95%.

Σύμφωνα με τις πρώτες διαρροές, μάλιστα, οι προσφορές που υποβλήθηκαν προήλθαν ισομερώς τόσο από νέους επενδυτές, όσο και από κατόχους του ομολόγου, λήξεως το 2019.

Ως ανάδοχες τράπεζες είχαν οριστεί από το ελληνικό δημόσιο οι τράπεζες BNP Paribas, Bank of America, Citigroup, Deutsche Bank, Goldman Sachs και HSBC.

Σημειώνεται ότι η έξοδος στις αγορές ακολούθησε χρονικά την έγκριση του προγράμματος βοήθειας από το ΔΝΤ, αλλά και την επιτυχημένη ολοκλήρωση της β’ αξιολόγησης.   

Ωστόσο, δεδομένου ότι υπάρχει χρόνος μέχρι το απόγευμα για να ολοκληρωθεί η δημόσια προσφορά και να γίνει η τιμολόγηση της έκδοσης, θεωρείται ότι το επιτόκιο θα επιχειρηθεί, όσο είναι δυνατόν, να προσεγγίσει προς την περιοχή του 4,50% ώστε να διασκεδαστούν οι πολιτικές εντυπώσεις, κάτι που ωστόσο δεν φαίνεται εύκολο στην παρούσα συγκυρία. 

Η δημόσια προσφορά απευθύνεται ταυτόχρονα αφενός στους κατόχους ομολογιών που λήγουν το 2019 και αφετέρου σε νέους επενδυτές με τη διαδικασία του βιβλίου προσφορών. Από πλευράς διαδικασίας οι έξι ανάδοχοι αναδόχων Bank of America-Merrill Lynch, Goldman Sachs, Deutsche Bank, BNP Paribas Citigroup και HSBC, θα τιμολογήσουν πρώτα την ανταλλαγή των παλιών ομολόγων και στη συνέχεια στους νέους επενδυτές με βάση τις προσφορές στο βιβλίο.

Η κυβέρνηση με το συνδυασμό της ταυτόχρονης ανταλλαγής και της δημόσιας προσφοράς επιδιώκει να επιτύχει μικρότερο επιτόκιο προς την περιοχή του 4,5%. Ο στόχος είναι πολιτικά να διασκεδαστούν οι εντυπώσεις για το χαμένο χρόνο από την τελευταία προσφυγή της χώρας στις αγορές το 2014, όπου το επιτόκιο ήταν 4,95%.

Βέβαια να σημειωθεί ότι η σύγκριση του 2014 με το σήμερα όσον αφορά το επιτόκιο είναι τελείως παραπλανητική, καθώς οι συνθήκες στις αγορές είναι απολύτως διαφορετικές και εκείνο που μετράει δεν είναι το ονομαστικό επιτόκιο, αλλά η σύγκρισή τους σε σχέση με τα άλλα αντίστοιχα επιτόκια της αγοράς, κυρίως δε εκείνα της Γερμανίας.

Η Ελλάδα πάντως δεν πρόκειται να βγει οριστικά στις αγορές αν προηγουμένως δεν ρυθμιστεί αποτελεσματικά το χρέος, το οποίο σήμερα θεωρείται από τους πιστωτές μη βιώσιμο. Την ίδια στιγμή τον Σεπτέμβριο ή ακόμα και τον Οκτώβριο αναμένεται η ΕΚΤ να ανακοινώσει το tapering (τη σταδιακή ολοκλήρωση) του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης των 2,3 τρισ. ευρώ. Ταυτόχρονα, χωρίς τη συναίνεση της ΕΚΤ να αναλάβει τον ελληνικό κρατικό κίνδυνο αγοράζοντας ελληνικό χρέος, οι επενδυτές θα παραμείνουν προσεκτικοί.