Το σκληρό παζάρι μεταξύ ΔΝΤ και Ευρωπαίων συνεχίζεται στο μέτωπο του χρέους, καθώς το Ταμείο συνεχίζει να πιέζει για χαμηλότερα πλεονάσματα και σημαντική μείωση χρέους, την ώρα που οι Ευρωπαίοι και, κυρίως, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, δεν θέλουν να δώσουν την εντύπωση ότι κάνουν παραχωρήσεις στην Ελλάδα, ιδίως πριν από τις γερμανικές εκλογές. Αποφάσεις δεν φαίνεται να υπάρχουν άμεσα στον ορίζοντα, γι’ αυτό και ο επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων της Ε.Ε., Πιέρ Μοσκοβισί, έδωσε νέο χρονικό ορόσημο, το τέλος Μαΐου, καθώς, όπως εκτιμάται, δεν είναι εφικτή μια συμφωνία πριν από το Eurogroup της 22ας του μήνα.

Το ΔΝΤ επιμένει στην «περαιτέρω ανάλυση», όπως υποστηρίζει, για τα πρωτογενή πλεονάσματα, με την επικεφαλής του οργανισμού, Κριστίν Λαγκάρντ, να ζητά «λογικά» πρωτογενή πλεονάσματα και να χαρακτηρίζει «μη ρεαλιστικούς» τους στόχους για 3,5% του ΑΕΠ για 10 χρόνια.

Η Γερμανία, από την πλευρά της, διά του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, αμφισβητεί τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ για την ελληνική οικονομία, υποστηρίζοντας ότι «οι προβλέψεις της ελληνικής κυβέρνησης αποδείχθηκαν πιο ρεαλιστικές από αυτές του Ταμείου». Ωστόσο, όσοι έσπευσαν να κάνουν λόγο για αλλαγή στάσης του Γερμανού υπουργού Οικονομικών ξεχνούν πως η στάση αυτή είναι η πιο βολική για τη Γερμανία εν μέσω προεκλογικής περιόδου. «Ο Σόιμπλε επιλέγει να θεωρεί ότι είναι εφικτά πλεονάσματα της τάξης του 3,5% του ΑΕΠ για πολλά χρόνια, γιατί έτσι μειώνονται οι απαιτήσεις του ΔΝΤ για το χρέος», υποστηρίζουν πηγές με άμεση γνώση της διαπραγμάτευσης. Οι ίδιες πηγές υποστηρίζουν πως στην Ουάσινγκτον έγιναν μεν κάποιες επαφές, ωστόσο, για να ληφθούν οι συνολικές αποφάσεις, θα πρέπει να κλείσει, επιτέλους, η συμφωνία. Οσο, όμως, η συμφωνία παραμένει σε εκκρεμότητα, τόσο ο κλοιός γύρω από την ελληνική οικονομία θα σφίγγει και για το 2017. Στο πλαίσιο αυτό ερμηνεύεται και η κριτική που ασκεί ο πρωθυπουργός στους δανειστές μέσω του άρθρου του στη «Wall Street Journal». Ο Αλέξης Τσίπρας αφήνει αιχμές για καθυστερήσεις και διαφωνίες μεταξύ Ευρωπαίων και ΔΝΤ, οι οποίες, όπως υποστηρίζει, στερούν από την ελληνική οικονομία πολύτιμο χρόνο, γεγονός που κρατά πίσω την πολυαναμενόμενη επιστροφή στην ανάπτυξη.

 

Στο 3,9% του ΑΕΠ το πλεόνασμα

Σε επίπεδα-ρεκόρ, στα 6,93 δισ. ευρώ ή 3,9% του ΑΕΠ, έκλεισε πέρυσι το πρωτογενές πλεόνασμα, όπως ανακοίνωσε χθες η Ελληνική Στατιστική Αρχή, υπερκαλύπτοντας τον στόχο που είχε τεθεί.

Να σημειωθεί ότι η μέτρηση της ΕΛΣΤΑΤ γίνεται με βάση τον ευρωπαϊκό κανονισμό (ESA 2010) και διαφέρει σε σχέση με τον υπολογισμό του πρωτογενούς ισοζυγίου που γίνεται από το οικονομικό επιτελείο και τους δανειστές στο πλαίσιο του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, θεωρείται βέβαιο ότι, και σε επίπεδο προγράμματος, το πλεόνασμα του 2016 θα είναι κατά πολύ υψηλότερο σε σχέση με την πρόβλεψη του μνημονίου για 0,5% του ΑΕΠ, ισχυροποιώντας τη διαπραγματευτική γραμμή της κυβέρνησης. Παράλληλα, η εξέλιξη αυτή προκαλεί αμηχανία στο επιτελείο της ΝΔ, καθώς η επίτευξη πλεονάσματος σε αυτό το ύψος δημιουργεί νέα δεδομένα, σε μια κρίσιμη φάση διαπραγμάτευσης για το χρέος, απομακρύνοντας σενάρια αποσταθεροποίησης ή εκλογών.

Το περσινό πλεόνασμα επετεύχθη λόγω της μεγάλης μείωσης των δαπανών αλλά και της ενίσχυσης των φορολογικών εσόδων. Ειδικότερα, οι δαπάνες της γενικής κυβέρνησης περιορίστηκαν στα 86,18 δισ. ευρώ (95,2 δισ. το 2015) και τα έσοδα αυξήθηκαν στα 87,47 δισ. ευρώ (84,8 δισ. το 2015).

Εξάλλου, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το χρέος αυξήθηκε πέρυσι κατά περίπου 3 δισ. ευρώ, φθάνοντας στα 314,9 δισ. ευρώ ή στο 179% του ΑΕΠ, έναντι 177,4% το 2015.

Επιστρέφει στην Αθήνα το κουαρτέτο για τον τελικό γύρο

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το κουαρτέτο αναμένεται να επιστρέψει στην Αθήνα την ερχόμενη Τρίτη, 25 Απριλίου, προκειμένου να ξεκινήσει ο τελικός γύρος των διαπραγματεύσεων για την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης. Στις επαφές της Αθήνας θα πρέπει να συμφωνηθούν και τα τελευταία ζητήματα γύρω από το ασφαλιστικό και τα φορολογικά, δηλαδή οι μειώσεις στις κύριες και, πιθανόν, στις επικουρικές συντάξεις, καθώς και η περικοπή του αφορολόγητου ορίου για μισθωτούς και συνταξιούχους από τα 8.636 στα 5.636 ευρώ. Σε ό,τι αφορά τη μείωση του αφορολογήτου, ο επικεφαλής του Eurogroup, Γερούν Ντάισελμπλουμ, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να απαιτηθεί η περικοπή του από το 2019 και όχι από το 2020, όπως αναφέρει η αρχική απόφαση του Eurogroup. Αλλωστε, το «κλειδί» για την απόφαση το κρατά το ΔΝΤ, που θα κρίνει τον χρόνο ενεργοποίησης του μέτρου.

Παράλληλα, θα πρέπει να οριστικοποιηθούν και όλες οι αλλαγές στα εργασιακά, με το πιθανότερο σενάριο να υποστηρίζει πως οι συλλογικές διαπραγματεύσεις παραμένουν παγωμένες έως το τέλος του προγράμματος, το 2018, το υπουργικό βέτο για τις ομαδικές απολύσεις καταργείται, ενώ το lockout και η πλήρης απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων μεταφέρονται για την τρίτη αξιολόγηση, που θα ξεκινήσει τον Σεπτέμβριο.

Εφόσον οι συζητήσεις κυλήσουν ομαλά και δεν υπάρξει κάποιο νέο απρόοπτο, η κυβέρνηση θα κληθεί να νομοθετήσει τα μέτρα ως προαπαιτούμενα για την τεχνική συμφωνία, με πιθανότερο χρόνο ψήφισης στη Βουλή τα μέσα Μαΐου. Στη συνέχεια, θα πρέπει να υπάρξει πολιτική έγκριση από το Eurogroup. Εφόσον δεν υπάρξει τεχνική συμφωνία έως τις 22 Μαΐου, είναι πιθανό να απαιτηθεί να συνεδριάσουν εκτάκτως οι υπουργοί Οικονομικών της ευρωζώνης, ώστε να δρομολογηθούν στη συνέχεια οι διαδικασίες για απόφαση του Εκτελεστικού Συμβουλίου της ΕΚΤ (στις 8 Ιουνίου) να ενταχθούν τα ελληνικά ομόλογα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Σύμφωνα με πηγές που γνωρίζουν τις διαδικασίες, η ΕΚΤ μπορεί να εντάξει τα ελληνικά ομόλογα στο QE εφόσον έχει απτές ενδείξεις συμφωνίας.