Το όνειρο της δημοσιονομικής χαλάρωσης που θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για αποκλιμάκωση των φορολογικών συντελεστών μετά τη λήξη του τρίτου μνημονίου μετατράπηκε μέσα σε ένα βράδυ σε εφιάλτη για το οικονομικό επιτελείο, καθώς βρίσκεται προ των πυλών η επιβολή νέων μέτρων, ύψους πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ.

Οι υπουργοί Οικονομικών της ευρωζώνης ζήτησαν από την Ελλάδα να τηρήσει το γράμμα του... μνημονίου και να εκτελέσει προϋπολογισμούς με πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% του ΑΕΠ και μετά το 2018. Αποδεχόμενος τη... γερμανική απαίτηση του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος καλείται να οριστικοποιήσει ένα εξαιρετικά «βαρύ» μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα, με τον συνολικό λογαριασμό να προσεγγίζει τα 9 δισ. ευρώ για τη διετία 2019-2020.

Και το πρόβλημα γίνεται οξύτερο, αν αναλογιστεί κανείς ότι η κατάθεση και ψήφιση του μεσοπροθέσμου (υπό κανονικές συνθήκες, θα έπρεπε να είχε περάσει από τη Βουλή τον περασμένο Μάιο) έχει τεθεί από τους εταίρους ως προαπαιτούμενο για την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης.

Η υποχρέωση της Ελλάδας να πετύχει και τις δύο αυτές χρονιές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ και όχι 1,5%, που πρότεινε το ΔΝΤ, σημαίνει πως θα πρέπει να ληφθούν πρόσθετα μέτρα της τάξης των 3,98 δισ. ευρώ για το 2019, ενώ για το 2020 το ύψος τους προσδιορίζεται στα 4,13 δισ. ευρώ, λόγω της αναμενόμενης αύξησης του ΑΕΠ. Επειδή, δε, τα δημοσιονομικά μέτρα δεν έχουν απόδοση 100% -είτε γιατί μειώνουν τα φορολογικά έσοδα, είτε γιατί περιορίζουν τους συντελεστές εισπραξιμότητας, είτε γιατί ψαλιδίζουν την κατανάλωση-, εκτιμάται ότι το σύνολο των μέτρων με τα οποία κινδυνεύουν να βρεθούν αντιμέτωποι οι πολίτες ξεπερνά κατά πολύ τα 4,5 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση.

Γεγονός είναι ότι η απαίτηση για λήψη τέτοιων μέτρων δεν υπακούει σε καμία οικονομική λογική, καθώς θεωρείται βέβαιο ότι θα ανακόψουν την αναπτυξιακή κίνηση της ελληνικής οικονομίας.

Παρά το «οικονομικό παράδοξο», το ΔΝΤ επιμένει στην πάγια πολιτική του να... βγαίνουν τα νούμερα και απαιτεί τη λήψη των ακόλουθων βασικών μέτρων:

- Μείωση του αφορολογήτου στα επίπεδα των 5.000 ευρώ, που σημαίνει ότι κάθε μισθωτός και συνταξιούχος, ακόμα και αυτός που υποχρεώνεται να επιβιώσει με ετήσιο εισόδημα της τάξης των 9.000 ευρώ τον χρόνο, θα πρέπει να πληρώσει 800 ευρώ επιπλέον φόρο. Η μείωση του αφορολογήτου που απαιτεί το Ταμείο προκειμένου να «διευρυνθεί η φορολογική βάση» και να περιοριστεί η απόσταση που χωρίζει την Ελλάδα από τις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα «οριζόντιο» μέτρο, το οποίο επιφέρει την ίδια επιβάρυνση σε όλους, ανεξάρτητα από το αν εμφανίζουν ετήσιο εισόδημα της τάξης των 9.000 ή των 90.000 ευρώ. Οσον αφορά τη δημοσιονομική του απόδοση, μπορεί να ξεπεράσει τα 3 δισεκατομμύρια ευρώ, αλλά θεωρείται δεδομένο ότι θα πλήξει την κατανάλωση, καθώς θα «χτυπήσει» πλατιά λαϊκά στρώματα που διαθέτουν σχεδόν ολόκληρο το εισόδημά τους για απόκτηση ειδών πρώτης ανάγκης.

- Η κατάργηση της «προσωπικής διαφοράς» επίσης είναι μέτρο με οριζόντια επίπτωση, καθώς χτυπάει ακόμη και τους χαμηλοσυνταξιούχους. Το μέτρο προτάθηκε από το ΔΝΤ στο όνομα της «αλληλεγγύης γενεών» (δηλαδή να μην επιβαρύνονται οι σημερινοί εργαζόμενοι, προκειμένου να καταβάλλονται υψηλότερες συντάξεις στους σημερινούς συνταξιούχους). Φαίνεται, όμως, να καταλήγει και αυτό ως ακόμα ένα μέτρο εξίσωσης των δικαιωμάτων προς τα κάτω, με τεράστιες οικονομικές επιπτώσεις για την αγορά, όπως φαίνεται και από τα ακόλουθα παραδείγματα:

  1. 1. Συνταξιούχος του Δημοσίου με 35 χρόνια ασφάλισης και συντάξιμες αποδοχές 2.000 ευρώ λαμβάνει σύνταξη 1.338 ευρώ. Με το νέο σύστημα. που ενεργοποιήθηκε τον περασμένο Μάιο, η σύνταξη περιορίζεται στα 993 ευρώ για τους νέους συνταξιούχους, δηλαδή είναι 25% μικρότερη. Ομως, οι παλιοί συνταξιούχοι «απολαμβάνουν» τη διαφορά των 345 ευρώ - είναι η λεγόμενη «προσωπική διαφορά», η οποία κινδυνεύει να ψαλιδιστεί ή να καταργηθεί.
  2. 2. Συνταξιούχος του ΤΕΒΕ με 15 χρόνια (και συντάξιμες αποδοχές 2.000 ευρώ) λαμβάνει σήμερα σύνταξη 1.037 ευρώ. Με το καινούργιο σύστημα, αν ο συντάξιμος μισθός προσδιοριστεί στα 1.800 ευρώ, η σύνταξη θα βγει στα 553 ευρώ και, αν προσδιοριστεί στα 1.600 ευρώ, θα περιοριστεί στα 530 ευρώ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η «προσωπική διαφορά» θα φτάσει σχεδόν στη μισή σύνταξη.

Οι προσωπικές διαφορές δεν είναι μεγάλες σε όλους τους συνταξιούχους, ενώ υπάρχουν και περιπτώσεις όπου οι περικοπές θα είναι μικρότερες του 10%. Ωστόσο, οι συνταξιούχοι κινδυνεύουν με απώλειες πραγματικού εισοδήματος και εξαιτίας της μείωσης του αφορολογήτου. Ακόμα και ο συνταξιούχος των 1.500 ευρώ, που θα χάσει 300 ευρώ από την «προσωπική διαφορά» σε μηνιαία βάση, θα υποστεί και την αύξηση του φόρου των 800 ευρώ. Ετσι, οι συνολικές ετήσιες απώλειες θα φτάσουν τα 4.400 ευρώ, δηλαδή περίπου τρεις συντάξεις.

ΕΤΟΣ

Εκτιμώμενο ΑΕΠ

Πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ

Πρωτογενές πλεόνασμα 1,5% του ΑΕΠ

Διαφορά

2019

198.640

6.952

2.980

3.972

2020

206.548

7.229

3.098

4.131

Τα ποσά σε εκατομμύρια ευρώ

Τα μεγάλα στοιχήματα της κυβέρνησης

Η καινούργια «κόκκινη γραμμή» για την ελληνική κυβέρνηση είναι να μη δεσμευτεί στη λήψη νέων μέτρων από τώρα για το 2019 και για το 2020 και να μην υποκύψει στις δύο βασικές πιέσεις που ασκούνται από το ΔΝΤ: τη μείωση του αφορολογήτου «στα επίπεδα των 5.00-6.000 ευρώ», όπως παραδέχτηκε ανώτατη κυβερνητική πηγή, αλλά και τη μείωση των υφιστάμενων συντάξεων μέσα από την κατάργηση της λεγόμενης «προσωπικής διαφοράς». Αθροιστικά, τα δύο μέτρα έχουν αντίκτυπο της τάξης των 5 δισ. ευρώ στις τσέπες τουλάχιστον 5,5 εκατομμυρίων φορολογουμένων. Ειδικά, δε, στην περίπτωση των συνταξιούχων, ο συνδυασμός «μικρότερο αφορολόγητο - κατάργηση οικονομικής διαφοράς» ισοδυναμεί για εκατοντάδες χιλιάδες περιπτώσεις με απώλεια ετήσιου εισοδήματος άνω του 25% από τη μια στιγμή στην άλλη. Βέβαια, σε περίπτωση που η κυβέρνηση κρατήσει τη συγκεκριμένη «κόκκινη γραμμή», προκύπτει το ερώτημα τι παρεμβάσεις θα περιέχει το μεσοπρόθεσμο.