Τα «θέλω» της Ουάσινγκτον

Είναι χαρακτηριστικό ότι τα στελέχη του Ταμείου εμφανίζονται απρόθυμα να επιστρέψουν στην Αθήνα και να συμμετάσχουν στην αποστολή του κουαρτέτου για τη συνέχιση της δεύτερης αξιολόγησης, εάν προηγουμένως η κυβέρνηση δεν συμφωνήσει στην ψήφιση των μέτρων που θα κλείσουν τη δημοσιονομική τρύπα της περιόδου 2018-2020, και συγκεκριμένα στην περικοπή των υφιστάμενων κύριων συντάξεων, μέσω της κατάργησης της προσωπικής διαφοράς, αλλά και στη μείωση του αφορολόγητου ορίου μισθωτών και συνταξιούχων από τα 8.636 ευρώ στα 4.500-5.000 ευρώ. Ζητούν, ακόμα, την ψήφιση όλων των μέτρων που απελευθερώνουν πλήρως την αγορά εργασίας, όπως την κατάργηση του συνδικαλιστικού νόμου, το δικαίωμα των εργοδοτών στην ανταπεργία (lockout) και την απελευθέρωση του ορίου για τις ομαδικές απολύσεις.

Αμετάπειστο εμφανίζεται το ΔΝΤ στην απαίτησή του να ψηφιστούν από τώρα οι περικοπές στις συντάξεις και η μείωση του αφορολογήτου μισθωτών και συνταξιούχων. Τα στελέχη του Ταμείου έχουν ήδη διαμηνύσει ότι δεν δέχονται την κυβερνητική πρόταση για παράταση του δημοσιονομικού κόφτη, χωρίς όμως ψήφιση πρόσθετων μέτρων προκαταβολικά για το 2018. Σύμφωνα με αξιωματούχους των θεσμών, το ΔΝΤ έχει εκφράσει από τον περασμένο Μάιο τις επιφυλάξεις του για την αποτελεσματικότητα του κόφτη, όπως αυτός σχεδιάστηκε και ψηφίστηκε τελικά στην τελευταία επικαιροποίηση του μνημονίου.

«Δεν θα τετραγωνίσουμε τον κύκλο με σχέδια εκτάκτου ανάγκης. Το κάναμε ολόκληρη την περασμένη χρονιά», ήταν το μήνυμα του ΔΝΤ σε κοινοτικούς αξιωματούχους, όταν έπεσε στο τραπέζι η πρόταση της ελληνικής κυβέρνησης για την παράταση του κόφτη. Τα στελέχη του Ταμείου υποστηρίζουν πως μια τέτοια απόφαση θα ήταν επανάληψη των αποφάσεων του περασμένου καλοκαιριού, όταν προτιμήθηκε τελικά η λύση του «αυτόματου μηχανισμού δημοσιονομικών περικοπών», με την οποία είχαν διαφωνήσει.

Μάλιστα, σύμφωνα με πληροφορίες, οι εμπειρογνώμονες του ΔΝΤ εισηγούνται προς την Κριστίν Λαγκάρντ την αποχώρηση του Ταμείου από το ελληνικό πρόγραμμα, καθώς, όπως επισημαίνουν, από τη μια η κυβέρνηση δεν έχει υλοποιήσει καμία από τις δεσμεύσεις του προγράμματος, ενώ από την άλλη οι Ευρωπαίοι δεν δείχνουν καμία διάθεση να δώσουν τα μεσοπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, χωρίς τα οποία το χρέος κρίνεται μη βιώσιμο.

Οι ίδιοι αξιωματούχοι κάνουν λόγο για πιέσεις των Ευρωπαίων, προκειμένου το ΔΝΤ να παραμείνει στο ελληνικό πρόγραμμα, ωστόσο, όπως υποστηρίζουν, «δεν θα μας πιέσουν, ούτε θα μας πείσουν να συμμετέχουμε, εάν δεν υπάρξουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις».

Στο Eurogroup της 26ης Ιανουαρίου, όπου το ελληνικό θέμα θα είναι πρώτο στην ατζέντα, αναμένεται να διαφανεί εάν το κουαρτέτο επιστρέψει γρήγορα στην Αθήνα, καθώς, εάν το ΔΝΤ επιμείνει στις αντιρρήσεις του, οι Ευρωπαίοι δεν θα διακινδυνεύσουν μονομερή αποστολή των εκπροσώπων των ευρωπαϊκών θεσμών χωρίς πρώτα να επιχειρήσουν να το μεταπείσουν.

«Το ΔΝΤ είναι δυνητικά συμμέτοχος στο πρόγραμμα», υποστηρίζουν στελέχη των θεσμών, συμπληρώνοντας πως «συμμετέχει στις συζητήσεις μόνο υπό την προϋπόθεση ότι αυτές θα καταλήξουν στη συμφωνία για ένα νέο δανειακό πρόγραμμα προς την Ελλάδα». Εάν δεν υπάρξει αυτή η προοπτική, επισημαίνουν, «το Ταμείο δεν έχει λόγο να συμμετέχει στις αποστολές».

Διπλωματικές πηγές που παρακολουθούν στενά την ελληνική διαπραγμάτευση υποστηρίζουν πως «το κλίμα θυμίζει ολοένα και πιο έντονα το δεύτερο εξάμηνο του 2014, όταν το ΔΝΤ αρνιόταν την επιστροφή της αποστολής στην Αθήνα και η αξιολόγηση παρέμενε ανοιχτή επί μήνες».

Οι ίδιες πηγές αδυνατούν να πουν με σιγουριά εάν ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, «παίζει παιχνίδια» ή ανησυχεί ότι το ΔΝΤ μπορεί να φύγει οριστικά από το πρόγραμμα. Σε κάθε περίπτωση, όπως επισημαίνουν, «οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να αποφασίσουν τι είναι χειρότερο: να δώσουν κι άλλα χρήματα σε ένα πρόγραμμα την αποτελεσματικότητα του οποίου αμφισβητούν ή να προκαλέσουν κι άλλη ρευστότητα».

 

Από τον Απρίλιο και βλέπουμε

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, οι διενέξεις και οι διαφορετικές απόψεις αναμένεται να οδηγήσουν σε μεγάλη καθυστέρηση την αξιολόγηση, με το πιο αισιόδοξο σενάριο να «βλέπει» κλείσιμο τον Απρίλιο, ενώ το «κακό» σενάριο κάνει λόγο για αξιολόγηση έως τον Ιούλιο, με τον κίνδυνο της χρεοκοπίας να επιστρέφει και πάλι.

Κοινοτικοί αξιωματούχοι με άμεση γνώση των συζητήσεων εκτιμούν πως η Γερμανία επιθυμεί διακαώς την παραμονή του ΔΝΤ, γιατί, σε περίπτωση που βρεθεί ενώπιον αδιεξόδου, είναι πολύ δύσκολο να φέρει νέο πρόγραμμα στη γερμανική Κάτω Βουλή για βοήθεια προς την Ελλάδα χωρίς το ΔΝΤ και ενισχυμένο εποπτικό ρόλο από τον ESM. Θα πρέπει να σημειωθεί πως, για να δοθεί νέο δάνειο προς την Ελλάδα, θα πρέπει να αλλάξει και η Συνθήκη του ESM, η οποία προβλέπει ρητά ότι δανείζει μόνο χώρες σε πρόγραμμα όπου συμμετέχει απαραιτήτως και το ΔΝΤ. Οι ίδιοι αξιωματούχοι εκτιμούν πως ο κανονισμός του ESM θα μπορούσε να αλλάξει, αφού η Γερμανία κατέχει την πλειοψηφία, ωστόσο η συζήτηση πρώτα για αλλαγή του κανονισμού και στη συνέχεια για ένα νέο ευρωπαϊκό πρόγραμμα από μηδενική βάση θα διαρκούσαν μήνες, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να φτάσει και πάλι ένα βήμα πριν από το χείλος του γκρεμού. Στους κινδύνους που επισημαίνουν όσοι παρακολουθούν από κοντά τις συζητήσεις περιλαμβάνεται και η απροθυμία του γερμανικού Κοινοβουλίου να ψηφίσει οποιαδήποτε νέα βοήθεια στην Ελλάδα, με δεδομένη, μάλιστα, την άνοδο του ευρωσκεπτικιστικού κόμματος AfD. Σημειώνουν, μάλιστα, ότι στην τελευταία ψηφοφορία στην Bundestag για το ελληνικό πρόγραμμα ψήφισαν «όχι» 65 βουλευτές του κυβερνώντος συνασπισμού και, έτσι, δύσκολα θα πειστεί να φέρει προς ψήφιση νέο πακέτο βοήθειας πριν από τις γερμανικές εκλογές του Σεπτεμβρίου.