«Πονοκέφαλο» για το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης αποτελεί η καθυστέρηση στο κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης, καθώς αυτή κρατά μακριά από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) τα ελληνικά ομόλογα.

Για τα περισσότερα υψηλόβαθμα τραπεζικά στελέχη ο ερχόμενος Μάρτιος δεν θα αποφέρει κάτι νέο, όταν το ΔΣ της ΕΚΤ συνεδριάσει στις 9 του μηνός, και οι ελπίδες πλέον στρέφονται στον επόμενο μήνα, τον Απρίλιο, αν και πάλι ορισμένοι εκτιμούν πως και τότε η ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα QE είναι αμφίβολη, καθώς δεν αναμένεται να ολοκληρωθεί η τρέχουσα αξιολόγηση πριν τις αρχές του καλοκαιριού του 2017. 

Το γεγονός ότι μέχρι τον Ιούνιο του 2017 η Ελλάδα δεν υποχρεούται σε ασφυκτικές αποπληρωμές χρέους θεωρείται γενικά ότι δεν θα εκβιάσει πολιτικές εξελίξεις, ωστόσο στην υπόλοιπη Ευρώπη το ρευστό πολιτικό σκηνικό εντείνει την αβεβαιότητα.

Βέβαιο είναι πως όσο η ένταξη στο QE καθυστερεί η ρευστότητα των ελληνικών τραπεζών τίθεται σε κίνδυνο –με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την χρηματοδότηση της πραγματικής Οικονομίας αλλά και των ίδιων των τραπεζών. Ταυτόχρονα, το καυτό πρόβλημα των «κόκκινων» δανείων παραμένει ως «θηλιά» στα εκτεθειμένα χαρτοφυλάκια των τραπεζών, καθώς η μη ολοκλήρωση της αξιολόγησης αποθαρρύνει την εκδήλωση ενδιαφέροντος από ξένα funds.

Ανάλογη είναι η κατάσταση και στις υπερχρεωμένες αλλά βιώσιμες επιχειρήσεις. Ακόμη και οι υγιείς επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν πλέον σοβαρότατο πρόβλημα χρηματοδότησης, για τον λόγο αυτόν κάποιες μεγάλες σχεδιάζουν να προχωρήσουν σε έκδοση ομολόγων -κάτι που επίσης παραμένει στον «πάγο» λόγω της παρατεταμένης διαπραγμάτευσης της κυβέρνησης με τους δανειστές.

Όλο και περισσότεροι οίκοι προειδοποιούν ότι η Αθήνα κινδυνεύει να χάσει το «παράθυρο ευκαιρίας» για το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Λόγω των τελευταίων καθυστερήσεων στις διαπραγματεύσεις με τους θεσμούς, η HSBC πιθανολογεί ότι, μόλις τελικά κλείσει η δεύτερη αξιολόγηση, κυβέρνηση και πιστωτές θα πρέπει να ανοίξουν αμέσως τη διαδικασία της τρίτης αξιολόγησης. Και με δεδομένο ότι οι κανόνες του QE δεν επιτρέπουν στην ΕΚΤ να αγοράσει τα ομόλογα χώρας που βρίσκεται υπό αξιολόγηση, η Αθήνα αναμένεται να δει το «παράθυρο» για την ένταξή της στο πρόγραμμα να στενεύει δραματικά. Η MorganStanley εκτιμά ότι ο Μάριο Ντράγκι θα μπορέσει να αγοράσει ελληνικά ομόλογα μόνο προς τα τέλη του 2017 ή, ενδεχομένως, το 2018, μετά τη λήξη του ελληνικού προγράμματος. Αλλά έως τότε, το πρόγραμμα QE θα έχει σχεδόν τελειώσει. Για αυτό, άλλωστε, η HSBC χαρακτηρίζει απίθανη την έξοδο της Ελλάδας στις αγορές ομολόγων μέσα στο 2017.