Με τον επίσημο μανδύα του μνημονίου θέλουν τον δημοσιονομικό κόφτη οι δανειστές, ζητώντας, μάλιστα, να μην αφορά μόνο τις συντάξεις, αλλά να «εμπλουτιστεί» και με αυτόματες περικοπές στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων. Η έγγραφη «απολογία» του Ευκλείδη Τσακαλώτου, που εστάλη στους δανειστές με την περιβόητη επιστολή, θα πρέπει πλέον να γίνει νόμος του κράτους μέσω της επικαιροποίησης του μνημονίου, όταν ολοκληρωθεί η δεύτερη αξιολόγηση.

Συγκεκριμένα, οι δανειστές δεν πείθονται μόνο από την επιστολή Τσακαλώτου, στην οποία γίνεται ρητή αναφορά στην προσήλωση τόσο του ιδίου όσο και του πρωθυπουργού, Αλέξη Τσίπρα, στους στόχους του μνημονίου, αλλά θέλουν να δουν αυτές τις δεσμεύσεις να αποτυπώνονται «στο χαρτί» και να μετατρέπονται σε νόμους που θα διασφαλίζουν την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων.

Για τον λόγο αυτό, η δέσμευση του Ελληνα υπουργού Οικονομικών ότι σε περίπτωση που δεν επιτυγχάνονται οι δημοσιονομικοί στόχοι θα γίνονται αυτόματες περικοπές δαπανών από το μέτωπο των συντάξεων αναμένεται να είναι μια από τις βασικές αναφορές στο κείμενο που θα συνοδεύει την τεχνική συμφωνία (staff level agreement) με τους θεσμούς, στο πλαίσιο της δεύτερης αξιολόγησης.

Παράλληλα, το ΔΝΤ έχει ήδη διαμηνύσει από τις αρχές τις πρώτης αξιολόγησης, έναν χρόνο πριν, ότι θεωρεί τον κόφτη, έτσι όπως σχεδιάστηκε και ψηφίστηκε τελικά, εντελώς αναξιόπιστο. Το Ταμείο έχει ζητήσει από την αρχή της συζήτησης περί δημοσιονομικού κόφτη, αυτός να είναι αυτόματος, να ενεργοποιείται ύστερα από κάθε τρίμηνη αξιολόγηση και να περιλαμβάνει αυτόματες περικοπές στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων και στις συντάξεις. Την ίδια στάση αναμένεται να κρατήσει και στη δεύτερη αξιολόγηση, εμμένοντας στην άποψη πως σε οποιαδήποτε άλλη εκδοχή του ο κόφτης δεν πρόκειται να λειτουργήσει αποτελεσματικά.

Οι δανειστές ζητούν να περιληφθεί στο επικαιροποιημένο κείμενο του μνημονίου και η δέσμευση της επιστολής Τσακαλώτου για τον τρόπο με τον οποίο θα μοιράζεται στο εξής οποιαδήποτε υπέρβαση στους στόχους του πρωτογενούς πλεονάσματος. Κατά συνέπεια, η κυβέρνηση θα υποχρεωθεί να ψηφίσει πλέον ρυθμίσεις σύμφωνα με τις οποίες οι τυχόν υπερβάσεις στα πρωτογενή πλεονάσματα θα κατανέμονται, σε συμφωνία πάντα με τους θεσμούς, είτε στο Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης, είτε στη δημιουργία «μαξιλαριών» διαθεσίμων στον Προϋπολογισμό, είτε στην αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου σε ιδιώτες προμηθευτές.

Η συζήτηση τις τελευταίες ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα, εύλογα, κινήθηκε γύρω από το θέμα του επιδόματος και του παγώματος των βραχυπρόθεσμων μέτρων ελάφρυνσης του χρέους, ωστόσο μετά το τέλος αυτής της συζήτησης αρχίζει η ουσία, που ακούει στο όνομα «δεύτερη αξιολόγηση». Οι εκπρόσωποι των θεσμών έχουν ήδη ξεκαθαρίσει ότι δεν πρόκειται να επιστρέψουν στην Αθήνα προτού ληφθεί μια πολιτική απόφαση για τους άξονες στους οποίους θα κινηθεί η συζήτηση σε ό,τι αφορά τα δημοσιονομικά, το χρέος και τη συμμετοχή του ΔΝΤ.

Η κυβέρνηση «ελπίζει» σε απόσυρση του ΔΝΤ από το ελληνικό πρόγραμμα «με εντολή Τραμπ». Ωστόσο, διπλωματικές πηγές με άμεση γνώση των συζητήσεων στην Ουάσινγκτον υποστηρίζουν πως «ο Τραμπ θα αργήσει πολύ να βάλει στο πλάνο του το ΔΝΤ», εννοώντας πως η ενασχόληση με τη στάση που θα κρατήσει το Ταμείο στο ελληνικό πρόγραμμα δεν είναι στις άμεσες προτεραιότητές του. Οι ίδιες πηγές συνιστούν «να μην υποτιμάται η στάση των Ευρωπαίων, που έχουν λόγο στις αποφάσεις του ΔΝΤ και τα Κοινοβούλιά τους δεν πρόκειται ποτέ να δεχθούν συνέχιση της βοήθειας χωρίς το Ταμείο».

Μακρόσυρτη αξιολόγηση μέχρι να τελειώσουν τα λεφτά

Πηγές των θεσμών που γνωρίζουν πρόσωπα και καταστάσεις εκτιμούν ότι η δεύτερη αξιολόγηση θα διαρκέσει πολλούς μήνες και δεν πρόκειται να ολοκληρωθεί πριν από τον Μάρτιο, στο πιο αισιόδοξο σενάριο. Σύμφωνα με τους αξιωματούχους των θεσμών, «ο Ιούλιος είναι ο θανατηφόρος μήνας», καθώς τότε λήγουν δανειακές υποχρεώσεις του ελληνικού Δημοσίου ύψους άνω των 6 δισ. ευρώ, τα οποία είναι αδύνατον να αποπληρωθούν χωρίς την καταβολή δόσης από το πρόγραμμα στήριξης. Πάντως, όπως επισημαίνουν οι ίδιοι αξιωματούχοι, πρόβλημα θα υπάρξει και στο τρίμηνο Φεβρουαρίου-Απριλίου, καθώς και σε εκείνο το διάστημα οι λήξεις ομολόγων και οι πληρωμές τόκων φθάνουν τα 4,5 δισ. ευρώ. Ωστόσο, εκτιμούν πως η κυβέρνηση θα μπορούσε να «αντέξει» παγώνοντας και πάλι τις πληρωμές ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων σε τρίτους και «στραγγίζοντας» τα εναπομείναντα διαθέσιμα των φορέων του Δημοσίου και των ασφαλιστικών ταμείων.

*Από την εφημερίδα Επένδυση