Το εγχείρημα της έκδοσης του πενταετούς ομολόγου, την Τρίτη, όπως είχε αποκαλύψει η «Επένδυση», μπορεί να στέφθηκε με επιτυχία, ωστόσο ο δρόμος προς τη μόνιμη έξοδο στις αγορές είναι στρωμένος με πολλά αγκάθια.

Στο οικονομικό επιτελείο γνωρίζουν πως ο χρόνος μετρά αντίστροφα προς την επόμενη έκδοση ομολόγου, η οποία θα βάλει άλλο ένα λιθαράκι στο «χτίσιμο» της σχέσης εμπιστοσύνης με τις αγορές. Για τον λόγο αυτό, έχουν ήδη ξεκινήσει τους σχεδιασμούς για νέα έξοδο, πιθανότατα με ένα τριετές ομόλογο, ακόμα και τον Σεπτέμβριο.

«Ολα θα εξαρτηθούν από το πότε θα ξεκινήσει η επόμενη αξιολόγηση», αναφέρουν πηγές με γνώση των κινήσεων της κυβέρνησης. «Εάν οι συνθήκες το επιτρέψουν, ίσως η επόμενη κίνηση να πρέπει να γίνει στα τέλη Αυγούστου ή στις αρχές Σεπτεμβρίου», συμπληρώνουν, εκφράζοντας την εκτίμηση πως πλέον οι φόβοι για το «tapering του QE», δηλαδή τον περιορισμό της ποσοτικής χαλάρωσης από την ΕΚΤ, έχουν μετατεθεί χρονικά για τον Οκτώβριο. «Ο Μάριο Ντράγκι στην τελευταία του συνέντευξη έδωσε σήμα πως δεν θα πρέπει να αναμένουμε κάποια περιοριστική κίνηση στη συνεδρίαση της 7ης Σεπτεμβρίου», αναφέρουν οι ίδιες πηγές, τονίζοντας πως, εάν δεν υπάρχει αυτός ο κλυδωνισμός στις αγορές, «η Ελλάδα θα πρέπει να σπεύσει να ξαναβγεί με ένα δεύτερο ομόλογο πριν από την έναρξη της αξιολόγησης και πριν από τις γερμανικές εκλογές».

Οι εισηγήσεις για μια νέα γρήγορη έξοδο στις αγορές βασίζονται στο επιχείρημα ότι, εφόσον ξεκινήσει η δεύτερη αξιολόγηση, υπάρχει ο κίνδυνος να διαρκέσει πολλούς μήνες. Αλλωστε, «η εμπειρία έχει δείξει ότι η ελληνική κυβέρνηση ολοκληρώνει μία αξιολόγηση τον χρόνο», αναφέρουν δηκτικά αξιωματούχοι των θεσμών, οι οποίοι επαναλαμβάνουν τον προβληματισμό για το κατά πόσο η Ελλάδα θα καταφέρει να υλοποιήσει άλλες τρεις δοκιμαστικές εξόδους στις αγορές, σε διάρκειες, όπως η τριετία ή η επταετία, προκειμένου να διαμορφώσει μια «καμπύλη επιτοκίων» που θα λειτουργεί ως σημείο αναφοράς, αλλά και να προσελκύσει ως αγοραστές «πραγματικούς επενδυτές» και όχι τα επιθετικά hedge funds που είναι τοποθετημένα αυτή την περίοδο στο ελληνικό χρέος.

Οι πιθανότητες που δίνουν, όμως, οι παράγοντες των θεσμών για μια «γρήγορη αξιολόγηση» είναι μικρές. Και αυτό, επειδή τα θέματα που θα βρεθούν στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης είναι «αγκάθια», διαρθρωτικά μεν, που αγγίζουν όμως τον σκληρό κομματικό πυρήνα του ΣΥΡΙΖΑ.

Οι δανειστές έχουν ήδη προειδοποιήσει πως στην ατζέντα της επόμενης αξιολόγησης, που θα ξεκινήσει τον Σεπτέμβριο, θα συμπεριλάβουν την ολοκλήρωση της μεταρρύθμισης στο Δημόσιο, το δεύτερο μέρος των αλλαγών στα εργασιακά, τις αποκρατικοποιήσεις, την κωδικοποίηση της φορολογικής νομοθεσίας, τα ενεργειακά, την πλήρη υλοποίηση της εργαλειοθήκης του OOΣA για την απελευθέρωση αγορών προϊόντων και υπηρεσιών, ενώ θα ελέγξουν και το κατά πόσο οι δημοσιονομικοί στόχοι του 2017 είναι σε τροχιά υλοποίησης ή απαιτούνται νέες δημοσιονομικές παρεμβάσεις. Ηδη το ΔΝΤ έχει ξεκαθαρίσει και μέσω της εκπροσώπου του στο κουαρτέτο, Ντέλια Βελκουλέσκου, πως επιμένει στην εκτίμησή του πως το πρωτογενές πλεόνασμα του 2018 δεν θα είναι 3,5% του ΑΕΠ, όπως απαιτεί το πρόγραμμα, αλλά μόλις 2,2% του ΑΕΠ, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να ζητηθούν και πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα. Αλλωστε, και ο Επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων της Ε.Ε., Πιέρ Μοσκοβισί, σχεδόν προανήγγειλε πως το αφορολόγητο θα μειωθεί έναν χρόνο νωρίτερα, το 2019, έναντι του 2020, ενώ και ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Γιάννης Δραγασάκης, σε συνέντευξή του θεώρησε σίγουρο ότι οι δανειστές στην επόμενη αξιολόγηση θα ζητήσουν να εφαρμοστούν νωρίτερα δημοσιονομικά μέτρα που έχουν προγραμματιστεί για τα επόμενα έτη.

Στο προσκήνιο (πάλι) τα εργασιακά

Στα εργασιακά, μετά την ανακούφιση για την αποφυγή της πλήρους απελευθέρωσης των ομαδικών απολύσεων, έρχεται η ώρα της συζήτησης εκ νέου. Το κουαρτέτο έχει συμπεριλάβει στα προαπαιτούμενα της τρίτης αξιολόγησης τόσο τις ομαδικές απολύσεις όσο και την κήρυξη ανταπεργίας (λοκ άουτ) των εργοδοτών, καθώς και την αλλαγή του πλαισίου για τις απεργίες, για τις οποίες θα απαιτείται το 50% + 1% του συνόλου των εργαζομένων.

Το Δημόσιο η μεγάλη παγίδα

Η μεγαλύτερη παγίδα, πάντως, που μπορεί να αποτελέσει και τη βόμβα στα θεμέλια της επόμενης αξιολόγησης είναι το Δημόσιο. Το ΔΝΤ, σύμφωνα με αξιωματούχους των θεσμών, θα θέσει εκ νέου το ζήτημα της περαιτέρω συρρίκνωσης του Δημόσιου τομέα, πιέζοντας ασφυκτικά τόσο για την αξιολόγηση και την κινητικότητα όσο και για απολύσεις. Το ΔΝΤ θα συνδέσει το ζήτημα και με τις καταργήσεις των οργανικών θέσεων και των φορέων του Δημοσίου, ενώ στην ατζέντα του Ταμείου βρίσκεται πάντα το θέμα του Ενιαίου Μισθολογίου και για τα ειδικά μισθολόγια, για τα οποία θεωρεί ότι οι διακρίσεις συνεχίζονται.

Μάλιστα, η κυρία Βελκουλέσκου «άνοιξε» ξανά το θέμα της μείωσης των συντάξεων, εκφράζοντας την εκτίμηση πως το ασφαλιστικό σύστημα εξακολουθεί να μην είναι βιώσιμο.

Για όλους αυτούς τους λόγους και, καθώς στον ορίζοντα δεν διαφαίνεται προοπτική ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους, οι Ευρωπαίοι έχουν ήδη ξεκινήσει παρασκηνιακά τις συζητήσεις για την Προληπτική Πιστοληπτική Γραμμή (ECCL), μετά το τέλος του τρέχοντος προγράμματος, που λήγει τον Αύγουστο του 2018. Οι διεργασίες, που έχουν ξεκινήσει, αφορούν τόσο την αποχώρηση του ΔΝΤ από τα ευρωπαϊκά προγράμματα όσο και στη δυσπιστία απέναντι στην Ελλάδα ότι μπορεί να προχωρήσει στο μεταρρυθμιστικό μονοπάτι χωρίς εποπτεία. Αλλωστε, η εκτίμηση που επικρατεί ως «βασικό σενάριο» είναι πως η Ελλάδα δεν θα είναι έτοιμη να βγει χωρίς «σωσίβιο» στις αγορές ομολόγων, καθώς οι επενδυτές δεν έχουν πειστεί ότι η οικονομία έχει αλλάξει τροχιά.