Το μεγάλο παζάρι τα τελευταία 24ωρα αφορά τα «γλυκαντικά» που αναζητά η κυβέρνηση, προκειμένου να περιορίσει το κοινωνικό κόστος και τις αντιδράσεις από τη μείωση του αφορολογήτου και των συντάξεων. Στις συζητήσεις που διεξάγονται, ευρωπαϊκές πηγές υποστηρίζουν πως τα μέτρα που αναζητούνται είναι «η ενίσχυση του Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης, παρεμβάσεις στα επιδόματα ανεργίας, αλλά και μεγαλύτερη εξόφληση ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου στους ιδιώτες», όπως ακριβώς δεσμεύθηκε, έπειτα από απαίτηση του Eurogroup, ο υπουργός Οικονομικών στην επιστολή του προς τους θεσμούς. Τόνιζαν, μάλιστα, με νόημα πως ακόμα και αυτά τα αντισταθμιστικά μέτρα θα επιτραπούν μόνο σε περίπτωση υπεραπόδοσης των δημοσιονομικών στόχων. Σε ό,τι αφορά το ενδεχόμενο μείωσης των συντελεστών φορολογίας εισοδήματος, οι ίδιες πηγές σημείωναν πως «στο πλαίσιο της μείωσης του αφορολογήτου θα γίνουν κάποιες αναπροσαρμογές στους συντελεστές, προκειμένου να μην επιβαρυνθούν τα εισοδήματα από τα 6.000 ευρώ έως τα 8.636 ευρώ, που θα χάσουν το αφορολόγητο, με υψηλούς συντελεστές».

«Αν δεν κλείσετε τη συμφωνία τώρα, αργότερα θα έχετε μια πολύ χειρότερη». Αυτό είναι το μήνυμα που στέλνουν σε όλες τις κατ’ ιδίαν συναντήσεις με τους Ελληνες αξιωματούχους οι Ευρωπαίοι πολιτικοί και τεχνοκράτες, σε μια προσπάθεια να αποφύγουν την... ανάφλεξη του ελληνικού ζητήματος εν μέσω των εκλογών στις χώρες της ευρωζώνης. Οι ίδιοι αξιωματούχοι θεωρούν ότι είναι ελάχιστες οι πιθανότητες συμφωνίας στο Eurogroup της Δευτέρας, όπως όμως υποστηρίζουν, οι προσπάθειες θα συνεχίζονται έως την ύστατη ώρα, ώστε να καταστεί δυνατή η επιστροφή του κουαρτέτου μετά την Καθαρά Δευτέρα και να προχωρήσει η συγγραφή του τεχνικού κειμένου της συμφωνίας.

Αυτή ήταν και η προτροπή του Επιτρόπου Οικονομικών της Ε.Ε., Πιέρ Μοσκοβισί, κατά τη σύντομη παραμονή του και τις συναντήσεις του στην Αθήνα. Λίγες ώρες προτού πατήσει επί ελληνικού εδάφους, στη συνάντησή του με τον επικεφαλής του Ποταμιού, Σταύρο Θεοδωράκη, στο Στρασβούργο, ο Πιέρ Μοσκοβισί, εξέφραζε την εκτίμηση πως ουσιαστικά αυτή είναι η τελευταία ευκαιρία για μία καλύτερη συμφωνία, καθώς «δεν θα υπάρξει δυνατότητα λύσης μετά τον Φεβρουάριο, εκτός εάν η κυβέρνηση κάνει μια τεράστια στροφή την άνοιξη».

Ο Πιέρ Μοσκοβισί δεν είναι ο μόνος Ευρωπαίος αξιωματούχος που θεωρεί ότι, εάν η συμφωνία δεν κλειδώσει μέσα στον Φεβρουάριο, τότε η αξιολόγηση θα «σέρνεται» έως τον Μάιο ή τον Ιούνιο, αφού Ολλανδοί, Γάλλοι και Γερμανοί θα σκληρύνουν τη στάση τους, προκειμένου να στείλουν μήνυμα στο εσωτερικό τους ακροατήριο πως δεν θα χαριστούν στο «κακό παιδί» της ευρωζώνης.

Περίπου ίδιο είναι το κλίμα που εισέπραξε και ο πρόεδρος της ΝΔ, Κυριάκος Μητσοτάκης, στις συναντήσεις του Βερολίνου, καθώς οι επικεφαλής της κεντρικής πολιτικής σκηνής της Γερμανίας δεν έδειξαν καμία διάθεση παραχωρήσεων απέναντι στην Ελλάδα. Μάλιστα, οι βουλευτές του κυβερνητικού συνασπισμού της Ανγκελας Μέρκελ ξεκαθάρισαν πως, εάν το τρέχον πρόγραμμα αποτύχει, δεν πρόκειται να ψηφίσουν τέταρτο πρόγραμμα βοήθειας προς τη χώρα μας.
Σε ό,τι αφορά την ουσία της διαπραγμάτευσης, αυτή έχει κολλήσει στις δημοσιονομικές απαιτήσεις του ΔΝΤ, το οποίο όμως θεωρείται από τους Ευρωπαίους αναπόσπαστο στοιχείο της δεύτερης αξιολόγησης. Το μεγαλύτερο πρόβλημα εντοπίζεται στο γεγονός πως το Ταμείο επιμένει πως το πρώτο πακέτο των μέτρων των 3,6 δισ. ευρώ για μετά το 2018, που θα νομοθετηθεί τώρα, πρέπει να εφαρμοστεί ανεξάρτητα από το πώς θα κινηθεί ο Προϋπολογισμός του 2017 και του 2018. Ζητά, δηλαδή, η μείωση του αφορολογήτου και οι μειώσεις στις συντάξεις να εφαρμοστούν σε κάθε περίπτωση και όχι μόνο σε περίπτωση που δεν επιτευχθούν οι στόχοι.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με αξιωματούχους των θεσμών, το ΔΝΤ υποστηρίζει πως το προτεινόμενο μείγμα των μέτρων θα έπρεπε να έχει την εξής αναλογία: «Η Ελλάδα να περάσει και να εφαρμόσει τώρα τα δημοσιονομικά μέτρα, δηλαδή τις μειώσεις στο αφορολόγητο και τις συντάξεις, και να περιορίσει τις επιπτώσεις χαμηλώνοντας τους φόρους και δίνοντας στοχευμένα κοινωνικά επιδόματα, διατηρώντας παράλληλα τον στόχο για το πρωτογενές πλεόνασμα στο 1,5% του ΑΕΠ».
Οπως συμπληρώνουν οι ίδιοι αξιωματούχοι, «εάν το ΔΝΤ δεχθεί πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ, τότε θα έπρεπε να ψηφιστούν μεν τώρα τα μέτρα, αλλά να εφαρμοστούν αργότερα, αφού πρώτα ανακάμψει η οικονομία».

Οι προσπάθειες της κυβέρνησης να ρίξει το «ανάθεμα» στο ΔΝΤ φαίνεται πως πέφτουν στο κενό, αφού ο ένας μετά τον άλλον οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι διαμηνύουν πως «δεν υπάρχει πρόγραμμα χωρίς το ΔΝΤ» και συνιστούν στους Ελληνες αξιωματούχους να χαμηλώσουν τους τόνους. Μάλιστα, ευρωπαϊκές πηγές δηλώνουν πως «εάν το ΔΝΤ αποχωρούσε τώρα, θα στέλναμε το μήνυμα ότι το ελληνικό πρόγραμμα δεν έχει καμία ελπίδα και το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο». Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, το Ταμείο είναι ο μοναδικός παράγων πίεσης για την ελάφρυνση του χρέους και οι πρόσφατες δηλώσεις του επικεφαλής των ευρωβουλευτών του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, Μάνφρεντ Βέμπερ, πρέπει να ερμηνεύονται στο πλαίσιο της αντίδρασης των «σκληρών» Γερμανών χριστιανοκοινωνιστών σε οποιοδήποτε ενδεχόμενο ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους πριν από το 2018.


Εκνευρισμός για Τόμσεν, κλειδί η Λαγκάρντ
Η σκληρή γραμμή του επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Τμήματος του ΔΝΤ, Πολ Τόμσεν, έχει εκνευρίσει πολλούς σε Βρυξέλλες και Φρανκφούρτη, που τον χαρακτηρίζουν «διαλυτικό παράγοντα» και για το λόγο αυτό πιέζουν την Κριστίν Λαγκάρντ να είναι παρούσα στο Eurogroup της Δευτέρας. Θεωρούν πως η παρουσία της «σιδηράς κυρίας» του Ταμείου θα βοηθήσει στον να βρεθεί πιο γρήγορα μια πολιτική συμφωνία που θα οδηγήσει και στο «ξεκλείδωμα» της αξιολόγησης.