«Τώρα ή ποτέ» εισηγούνται ανώτερα στελέχη του οικονομικού επιτελείου για την έξοδο της χώρας στις αγορές, η οποία φαίνεται ότι πήρε απλώς μια μικρή παράταση λίγων 24ώρων και θα επιχειρηθεί στις αρχές της εβδομάδας.

Σύμφωνα με πηγές πολύ κοντά στις συζητήσεις, ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών, Γιώργος Χουλιαράκης, και ο γενικός διευθυντής του ΟΔΔΗΧ, Στέλιος Παπαδόπουλος, είναι οι βασικοί εισηγητές της άποψης ότι η Ελλάδα πρέπει να βγει άμεσα στις αγορές, καθώς κινδυνεύει να χάσει το θετικό μομέντουμ εάν περιμένει έως τον Σεπτέμβριο. Το σκεπτικό τους, όπως το αναλύουν στα κυβερνητικά όργανα, έχει να κάνει με το γεγονός ότι τον Σεπτέμβριο υπάρχει μια σειρά από γεγονότα, τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν ανασταλτικό παράγοντα ή και να φρενάρουν τελείως την όποια έξοδο στις αγορές.

Οπως αναφέρουν οι ίδιες πηγές, «αυτήν τη στιγμή τα επιτόκια είναι πολύ ευνοϊκά, ενώ και το ενδιαφέρον των επενδυτών αυξημένο». Υποστηρίζουν, μάλιστα, πως «η οροφή του ΔΝΤ και η εκτίμησή του για το χρέος απορροφήθηκε άμεσα» και δεν υπήρξε επίπτωση στα επιτόκια των ελληνικών ομολόγων. Εάν η Αθήνα περιμένει έως τον Σεπτέμβριο, συμπληρώνουν, θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια σειρά από ημερομηνίες που θα περιόριζαν το ενδιαφέρον ή, ακόμη χειρότερα, θα καθιστούσαν ανέφικτη μια επιτυχημένη έκδοση.

Στις 4 Σεπτεμβρίου υπάρχει η μεγάλη αργία labor day στις Ηνωμένες Πολιτείες, η οποία επηρεάζει όλα τα μεγάλα επενδυτικά γραφεία, και εκείνες τις ημέρες παρατηρείται διεθνώς επενδυτική «άπνοια».

Στις 7 Σεπτεμβρίου συνεδριάζει η ΕΚΤ, με πιθανό σενάριο, σύμφωνα με τους αναλυτές, να ανακοινώσει περιορισμούς στα μέτρα της ποσοτικής χαλάρωσης, γεγονός που αναμένεται να φέρει μεγάλη αναταραχή στις χρηματαγορές. Σε μια τέτοια περίπτωση τα επιτόκια των ευρωπαϊκών ομολόγων αναμένεται να ανέβουν, γεγονός που θα επηρεάσει αρνητικά και την όποια επενδυτική διάθεση για τοποθετήσεις «υψηλότερου ρίσκου», όπως τα ελληνικά ομόλογα.

Στις 24 Σεπτεμβρίου διεξάγονται οι γερμανικές εκλογές. Οπως αναφέρουν πηγές της αγοράς, το κλίμα εκείνο το χρονικό διάστημα δεν θα προσφέρεται για τέτοιου είδους κινήσεις, καθώς η γερμανική προεκλογική εκστρατεία θα περιλαμβάνει σίγουρα και «κορώνες» για την Ελλάδα. Παράλληλα, εάν το αποτέλεσμα των εκλογών φέρει συνασπισμό Χριστιανοδημοκρατών-Φιλελευθέρων, η διάθεση απέναντι στην Ελλάδα θα είναι σκληρότερη, αφού οι Φιλελεύθεροι είναι υπέρμαχοι της σκληρής γραμμής απέναντι στους «άτακτους Ελληνες».

Στη συνέχεια, μετά τις γερμανικές εκλογές, αναμένεται να ξεκινήσει η τρίτη αξιολόγηση, η οποία, στο αισιόδοξο σενάριο, θα ολοκληρωθεί στους πρώτους μήνες του 2018. «Θα είναι ήδη αργά», αναφέρουν πηγές με γνώση της διαδικασίας, «για να δρομολογηθεί μια σειρά εκδόσεων έως το τέλος του προγράμματος το 2018». Οι ίδιες πηγές αναφέρουν πως «για να χτιστεί μια σχέση εμπιστοσύνης με τις αγορές απαιτούνται τουλάχιστον 3 με 4 εκδόσεις ομολόγων πριν από το τέλος του προγράμματος στήριξης». Αναφέρουν, δε, πως όλες οι χώρες που μπήκαν σε πρόγραμμα στήριξης βγήκαν τουλάχιστον 12 με 14 μήνες πριν από το τέλος του προγράμματός τους στις αγορές, χτίζοντας ένα «μαξιλάρι» ασφαλείας με διαθέσιμα, ώστε στη συνέχεια να αποφύγουν την προληπτική γραμμή στήριξης, η οποία συνοδεύεται από νέο Μνημόνιο... light. Ως παράδειγμα φέρουν την Ιρλανδία, η οποία δημιούργησε «μαξιλάρι» διαθεσίμων, ύψους 20 δισ. ευρώ, και βγήκε τελικά στις αγορές χωρίς το «σωσίβιο» της προληπτικής γραμμής πίστωσης και με χαμηλά επιτόκια.

«Μαξιλάρι» ασφαλείας 17 δισ. για να μην ενεργοποιηθεί η προληπτική γραμμή

Οι εισηγήσεις της ομάδας που χειρίζεται το θέμα του χρέους κάνουν λόγο για δημιουργία ενός πρόσθετου «μαξιλαριού» ασφαλείας περίπου 9 δισ. ευρώ, το οποίο θα προστεθεί στο «μαξιλάρι» ασφαλείας του ESM, ύψους περίπου 8 δισ. ευρώ, ώστε να μην υπάρξει ανάγκη για προληπτική γραμμή. Αυτό δεν σημαίνει, αναφέρουν, πως η Ελλάδα θα σταματήσει τις μεταρρυθμίσεις. Αλλωστε θεωρούν πως το ισχυρότερο μήνυμα προς τις αγορές είναι η συνέχιση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, που θα πείσουν τις αγορές για τη μεταρρύθμιση της οικονομίας και θα προσελκύσουν στο τέλος της ημέρας τους «real money investors», δηλαδή τους θεσμικούς επενδυτές, που τοποθετούνται μεσομακροπρόθεσμα σε κρατικούς τίτλους και όχι τα επιθετικά hedge funds, που τοποθετούνται βραχυπρόθεσμα και στη συνέχεια «ξεφορτώνουν» χαρτιά, ρίχνοντας τις τιμές στη δευτερογενή αγορά.

«Θέλουμε θεσμικούς επενδυτές, ασφαλιστικά ταμεία, μακροπρόθεσμες τοποθετήσεις, ώστε να χτίσουμε μια σταθερή καμπύλη χρέους», είναι το μήνυμα που επιδιώκει να περάσει η κυβέρνηση.

Τη θέση αυτή φαίνεται πως την έχουν δεχθεί και οι Ευρωπαίοι εταίροι, οι οποίοι, αν και αρχικά ήταν επιφυλακτικοί για μια έξοδο στις αγορές τώρα, στη συνέχεια αναθεώρησαν, αναγνωρίζοντας πως ο Σεπτέμβριος ήταν απαγορευτικός, ενώ στη συνέχεια όλη η προσπάθεια θα μετετίθετο για το 2018.

«Το να βγεις τέσσερις φορές στις αγορές μέσα σε πέντε ή έξι μήνες είναι ανέφικτο», υποστηρίζουν πηγές της αγοράς, οι οποίες εκτιμούν πως «εάν η Ελλάδα δεν βγει έστω μία φορά έως το τέλος του 2017, δεν προλαβαίνει να δρομολογήσει μια σταθερή επικοινωνία με τις αγορές». Κατά συνέπεια, συμπληρώνουν, «στο τέλος του προγράμματος, το 2018, υπάρχει ο κίνδυνος η Ελλάδα να μην μπορεί να βγει στις αγορές και να υποχρεωθεί εκ νέου σε ένα τέταρτο Μνημόνιο». Εκτιμούν, δε, πως οι Ευρωπαίοι εταίροι δεν θέλουν να δώσουν άλλα χρήματα για την Ελλάδα, επισημαίνοντας τον κίνδυνο μιας νέας αναταραχής, που όλοι θέλουν να αποφύγουν.