Η Αθήνα, με βάση τα δεδομένα που προέκυψαν από την τελευταία άκαρπη συνεδρίαση, βρίσκεται αντιμέτωπη με τρία ενδεχόμενα:

Το πρώτο και πλέον μαξιμαλιστικό για το Μαξίμου είναι να υποχωρήσει πλήρως ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών για το χρέος και να επιτευχθεί μια μεγάλη πολιτική και εθνική νίκη του Αλέξη Τσίπρα. Κάτι τέτοιο, ωστόσο, με τα μέχρι στιγμής δεδομένα φαντάζει ουτοπικό.

Το δεύτερο είναι να υπάρξει μια μεσοβέζικη λύση, η οποία θα εξυπηρετήσει μονάχα τη γραμμή Σόιμπλε για μετάθεση των αποφάσεων, με το ΔΝΤ να μένει... μέχρι να φύγει. Κάτι τέτοιο, ωστόσο, δεν ωφελεί πουθενά την Αθήνα, αφού ούτε στο QE θα μπει ούτε διασφαλίζεται η παραμονή ή η αποχώρηση του ΔΝΤ, ώστε να υπάρχει μια «καθαρή λύση».

Ο τρίτος δρόμος συνδέεται άμεσα με την αποχώρηση του Ταμείου. Σε αυτή την περίπτωση τα ελληνικά ομόλογα δεν θα μπορέσουν να ενταχθούν στο QE, αλλά η κυβέρνηση θα έχει αποκομίσει τη μεγάλη πολιτική νίκη ότι έδιωξε το ΔΝΤ και θα μπορέσει να χαλαρώσει τα μέτρα που ψηφίστηκαν σε ένα νέο, αμιγώς ευρωπαϊκό πρόγραμμα.

Το σημείο ισορροπίας για την «καθαρή λύση» που αναζητά το Μέγαρο Μαξίμου για το χρέος αναδεικνύεται τις επόμενες 15 ημέρες μέχρι το Eurogroup του Λουξεμβούργου στο «ιερό δισκοπότηρο» που θα κρίνει τόσο την ελληνική όσο και την ευρωπαϊκή επόμενη μέρα. Θα μπορέσει να βρεθεί λύση στις 15 Ιουνίου ή θα οδηγηθούμε σε ακόμα μία άκαρπη συνεδρίαση; 

Οι παρασκηνιακές διαβουλεύσεις και το παιχνίδι ισχύος για τη συσπείρωση συμμαχικών δυνάμεων θα κορυφώνονται καθημερινά, όσο πλησιάζει η 15η του μήνα. Χαρακτηριστικό είναι πως, επί της ουσίας, το έντονο διπλωματικό παρασκήνιο έχει ξεκινήσει ήδη, προτού καλά-καλά ολοκληρωθεί το Eurogroup της 22ας Μαΐου, ενώ το προσεχές διάστημα, εκτός από τις τεχνικές διαβουλεύσεις, θεωρείται δεδομένο πως ο Αλέξης Τσίπρας θα αναλάβει πολιτικές πρωτοβουλίες για επαφές σε κορυφαίο επίπεδο με όλους τους «παίκτες» της εξίσωσης, προκειμένου να ενισχύσει τη διαπραγματευτική θέση της Αθήνας. Πληροφορίες επιμένουν ότι αυτές οι επαφές ξεκίνησαν ήδη από τις Βρυξέλλες, στη σύνοδο του ΝΑΤΟ.

Στόχος παραμένει η «καθαρή λύση», δηλαδή μια λύση που θα εμπεριέχει τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος, αλλά δεν θα μεταθέτει τυχόν αποφάσεις για τον ρόλο του ΔΝΤ στο πρόγραμμα για μετά τις γερμανικές εκλογές, όπως συνέβη στην περίπτωση της πρότασης που απορρίφθηκε στο περασμένο EG. Εξάλλου, εάν ένα πράγμα κατέστη σαφές σε αυτό, είναι ότι ΔΝΤ και Βερολίνο τα βρήκαν κοντά στις θέσεις του Β. Σόιμπλε, προκειμένου το Ταμείο να εμφανιστεί «ολίγον έγκυος». Δηλαδή, και να παραμείνει στο πρόγραμμα μέχρι τις γερμανικές εκλογές, αλλά και να μη βγάλει μια θετική έκθεση βιωσιμότητας του χρέους, καθώς κάτι τέτοιο απαιτεί τη συγκεκριμενοποίηση των μεσοπρόθεσμων μέτρων που επιδιώκει ο Σόιμπλε να στείλει στις καλένδες, και συγκεκριμένα μετά τις 22 Σεπτεμβρίου που ανοίγουν οι γερμανικές κάλπες.

Χαρακτηριστικό, ωστόσο, είναι ότι τόσο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή όσο και μια σειρά από χώρες, κυρίως η Γαλλία και η Ιταλία, που έχουν αντίστοιχο πρόβλημα χρέους, τάχθηκαν υπέρ της Ελλάδας. Το γεγονός αυτό έχει εκληφθεί θετικά στο κυβερνητικό επιτελείο, δεδομένου ότι, λόγω και των κοινών συμφερόντων και προβλημάτων, πράγματι διαφαίνεται μια αλλαγή στάσης του Παρισιού, με τον Εμανουέλ Μακρόν να μιλά για «επανίδρυση» της Ευρώπης.

Αναχωρεί το «τρένο» της ποσοτικής χαλάρωσης

Επί της ουσίας, το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, το οποίο θα έδινε τη δυνατότητα στις τράπεζες να δανείζονται με φθηνότερο επιτόκιο από την ΕΚΤ, δείχνει να απομακρύνεται, κάτι το οποίο, ούτως ή άλλως, επιδιώκει και το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών - όχι μόνο για τις ελληνικές τράπεζες. Ο ίδιος ο Β. Σόιμπλε εδώ και καιρό απεργάζεται τον τερματισμό του QE, καθώς αυτό δεν εξυπηρετεί τις γερμανικές τράπεζες, κάτι το οποίο τον έχει φέρει σε ανοιχτή σύγκρουση και με τον Μάριο Ντράγκι.

Κορυφαίος ευρωπαίος αξιωματούχος, μιλώντας στην «Ε» για το εάν η Ελλάδα μπορεί να «επιζήσει» χωρίς QE, τόνισε πως «αυτό δεν είναι μάννα εξ ουρανού, κι άλλες χώρες έχουν ζήσει χωρίς QE και, εξάλλου, το πρόγραμμα τελειώνει». Η ίδια πηγή, μάλιστα, αναφερόμενη στο χρέος και τον στόχο του Μεγάρου Μαξίμου για έξοδο στις αγορές, εκτίμησε πως, εάν αυτό γινόταν μετά την ένταξη στο πρόγραμμα Ντράγκι, θα εξασφαλιζόταν επιτόκιο δανεισμού γύρω στο 4,5%, χαμηλότερα από τη δοκιμαστική έξοδο που είχε πραγματοποιήσει η κυβέρνηση Σαμαρά στο 4,95%, ενώ χωρίς το QE τα επιτόκια θα διαμορφωθούν μεταξύ 5% και 6%, που δεν είναι απαγορευτικά, αλλά σίγουρα δεν επιφέρουν και πανηγυρισμούς. 

Μια λύση στα υψηλά επιτόκια που θα ανοίξει τον δρόμο για τις αγορές, αφού αυτό παραμένει στον προγραμματισμό του Αλέξη Τσίπρα, θα μπορούσε να είναι η παρέμβαση με μπαράζ δηλώσεων και διαβεβαιώσεων Ευρωπαίων αξιωματούχων πως η Ελλάδα ανακάμπτει και θα υπάρξει ρύθμιση του χρέους μετά τις γερμανικές κάλπες υπό τα νέα πολιτικά δεδομένα που θα έχουν προκύψει. Κάτι τέτοιο εκτιμάται από Ευρωπαίους αξιωματούχους πως θα μπορούσε να διαμορφώσει το επιτόκιο γύρω στο 5%, ανοίγοντας τον δρόμο των δοκιμαστικών εξόδων στις αγορές για το ελληνικό οικονομικό επιτελείο.

  

Επενδύσεις με κοινωνικό πρόσημο

Σε κάθε περίπτωση, πέραν της εξόδου στις αγορές, σε περίοπτη θέση στην κυβερνητική ατζέντα βρίσκεται και η αντιμετώπιση προβλημάτων στο εσωτερικό που άπτονται της καθημερινότητας των πολιτών. Πέραν της βελτίωσης των κοινωνικών δομών, δηλαδή Υγείας και Παιδείας, όπου το Μαξίμου ήδη καταγράφει θετικά βήματα προόδου, αιχμή του δόρατος δεν είναι άλλη από τη μείωση της ανεργίας μέσα από την προσέλκυση επενδύσεων. Ωστόσο, κυβερνητικός αξιωματούχος, υπογραμμίζοντας πως όντως έχει εντατικοποιηθεί στην πράξη το επενδυτικό ενδιαφέρον, επισημαίνει την «ειδοποιό διαφορά πολιτικής θεώρησης», όπως τονίζει χαρακτηριστικά. «Η ανάκαμψη δεν θα έρθει μέσα από χρηματιστηριακές επενδύσεις μηδενικού κοινωνικού αντίκτυπου, αλλά μέσα από πραγματικές επενδύσεις, που θα οδηγήσουν σε νέες θέσεις εργασίας».